docfesti.jpg

Χώρος όπου αναδεικνύονται οι πολλές και διαφορετικές εκδοχές ενός είδους, το 2ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης "ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ", είναι επίσης και ο τόπος μίας αφανούς μάχης. Οι αντιμαχόμενες πλευρές; Από την μια πλευρά ντοκιμαντέρ που οι φιλοδοξίες τους αρχίζουν και τελειώνουν στο στενό χώρο του τηλεοπτικού κάδρου και από την άλλη, οι πολλές και διαφορετικές εκδοχές ενός είδους που αναζητά μια ταυτότητα, διαφορετική από αυτή της ταινίας μυθοπλασίας ή της ειδησεογραφικής ταινίας. Είναι η αδυναμία του ντοκιμαντέρ να διεκδικήσει -ως αυτόνομο είδος- μια θέση στις αίθουσες κινηματογραφικής προβολής που το οδηγεί στις "φιλόξενες" αγκάλες της τηλεόρασης (με ότι αυτό συνεπάγεται). Οι πειρασμοί είναι μεγάλοι, οι αντιστάσεις συχνά αδύναμες και τηλεόραση δεν είναι παρά μια Κίρκη.
Όπως στην περίπτωση του D.A Pennebaker (Don't Look Back/ Mπoμπ Ντύλαν, Τζέρι Λι Λουις- Η Ιστορία του Ροκ Εν Ρολ/ Jerry Lee Lewis -Story Of Rock 'N' Roll) ή των Νέοι Ρώσοι Επιχειρηματίες/ Kto Bolche (Vitali Kanevski) και Το Στήσιμο μίας Αυτοκρατορίας / The Making Of A New Empire (Jos de Putter): εδώ ο πρωτεύον στόχος είναι ο σεβασμός στο θέμα. Επιλέγει η σκηνοθεσία μια στάση ευμενούς ουδετερότητας και περιορίζεται στην ελάχιστη δυνατή παρέμβαση πάνω στη διαμόρφωση της τελικής εικόνας. Καταγράφει την πραγματικότητα όπως αυτή αυτοπροδιορίζεται, λειτουργεί δηλαδή ως αγωγός πληροφόρησης. Εδώ -στην καλύτερη περίπτωση- υπάρχουν λίγες ελπίδες: ή το θέμα να είναι γοητευτικό ή οι εικόνες να μετατραπούν σε χώρους έκθεσης των αντιφάσεων του θέματος.
Αντίθετα για τις ταινίες The Knot/ O Κόμπος (Alexandr Sokurov) και Μια ημέρα του Αντρέι Αρσένεβιτς / Une Journee D'andrei Arsenevitch (Chris Marker), η τηλεόραση μοιάζει ως μια καλή πρόφαση για να επιχειρήσουν οι σκηνοθέτες τους ένα διάλογο, με αποδέκτη το τηλεοπτικό κοινό (και όχι μόνο). Έχοντας απέναντι τους ένα πρόσωπο (στην πρώτη περίπτωση είναι ο συγγραφέας Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν) και ένα σώμα καλλιτεχνικού έργου (του Αντρέι Ταρκόφσκι), οι σκηνοθέτες δεν εκθέτουν απλώς "σε δημόσια θέα" τον λόγο που το θέμα τους αναπτύσσει. Συνδιαλέγονται μαζί του, παρακολουθούν -άλλοτε με θαυμασμό (Chris Marker) και άλλοτε με κριτική διάθεση (Alexandr Sokurov)- τις προσωπικές διαδρομές και τέλος γίνονται και οι ίδιοι -οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ- αφανείς (ή μη) συμμέτοχοι στο θέμα. Σ' αυτές τις ταινίες η σκηνοθετική ουδετερότητα -χαρακτηριστικό της προηγούμενης ομάδας ταινιών- είναι ανύπαρκτη και επιπλέον ανεπιθύμητη.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Για το Μέλλον του Κόσμου / Pour La Suite Du Monde (Pierre Perault - Michel Brault - Marcel Carriere): εδώ είναι οι ίδιοι οι σκηνοθέτες που δημιουργούν το θέμα, αφού είναι αυτοί που προτείνουν στους κατοίκους ενός καναδικού νησιού την αναβίωση του ψαρέματος της μπελούγκας (είδος φαλαινοειδούς). Αν και ο σεβασμός που η σκηνοθεσία επιδεικνύει απέναντι στο θέμα είναι υποδειγματικός, γρήγορα ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι το θέμα της ταινίας -"πως ψαρεύεται η μπελούγκα;"- είναι μια πρόφαση: το ντοκιμαντέρ καταγράφει τους δεσμούς μιας κοινότητας, μετά την επανασυγκόλληση του συνεκτικού της ιστού (;). Εδώ το ψάρεμα είναι μια τελετουργία της νησιωτικής κοινότητας, ένας χώρος όπου τα πρόσωπα της κοινότητας κοινωνούν (και επικοινωνούν).
Την εικόνα μίας αγροτικής κοινότητας μπορούμε να αναζητήσουμε και στην ταινία Ο Νότος / Sud (Chantal Akerman): εδώ πρόφαση και αφορμή είναι ο ρατσισμός. Όμως η σκηνοθέτις συχνά παραστρατεί, απομακρυσμένη από το θέμα της: περιπλανώμενη στους αγροτικούς δρόμους της περιοχής, κινηματογραφώντας την φύση, αλλά και τα πρόσωπα των ανθρώπων, δεν αργεί να γοητευτεί από τους αργούς και νωχελικούς ρυθμούς του αγροτικού Νότου της Αμερικής. Υπάρχει μια υπόγεια αίσθηση αρμονίας που διαπερνά τον τόπο και τους κατοίκους του Χκαι είναι αυτή την αίσθηση που διαταράσσει η ρατσιστική βία: και ακριβώς αυτό την καθιστά μια Ύβρη απέναντι στον πολιτισμό και στην Φύση.
    Το καναδικό ντοκιμαντέρ Zωή Δίxως Θάνατο/ Life Without Death (Frank Cole) κινείται στους ίδιους νωχελικούς και ράθυμους ρυθμούς με το προηγούμενο. Όμως εδώ είναι η επιθυμία του θανάτου που ρίχνει βαριά τη σκιά της. Καταγραφή της βασανιστικής πορείας του σκηνοθέτη -πρωταγωνιστή μέσα στην έρημο Σαχάρα, η ταινία έχει ως θέμα της την αναζήτηση των προσωπικών ορίων. Ωστόσο εδώ ο αναπόφευκτος κάματος και η ταλαιπωρία του σώματος, έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα: κατά τη διάρκεια της ταινίας η πορεία μέσα στη σαχάρα γίνεται ένα εσωτερικό ταξίδι Χκαι το μαρτύριο του σώματος μεταποιείται σε βάσανο της ψυχής.
Μ' ένα ανάλογο τρόπο και στο ολλανδικό To Mεγάλο aξίδι / De Grote Vakantie (Johan Van der Keuken) το θέμα είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Ζώντας υπό προθεσμία -αφού είναι άρρωστος από καρκίνο του προστάτη- καταγράφει τόσο την πορεία της ασθένειάς του, όσο και τα ταξίδια του σε τόπους εξωτικούς: στο Μπουτάν, στην Αφρική, στην Βραζιλία. Η προσωπική αγωνία του θανάτου διαποτίζει τις εικόνες του, καθώς κινηματογραφεί τα πρόσωπα και τα τοπία αυτών των μακρινών χωρών. Αναζητώντας τη συμφιλίωση και τη συνδιαλλαγή με το αποτρόπαιο άγγελμα του θανάτου, ο σκηνοθέτης ακολουθεί τις επιταγές της τέχνης: η υπέρβαση είναι δυνατή μόνο όταν αντικρίσεις κατάματα την αλήθεια. Ο -στο τέλος εμφανιζόμενος- "Από Μηχανής Θεός" υπογραμμίζει κάτι που συχνά παραβλέπουμε: ότι η αληθινή ζωή μπορεί να είναι και μια τραγωδία Χστην προκείμενη περίπτωση ομοιάζει με τραγωδία του Ευριπίδη.
Για την ηλικιωμένη ηρωίδα του Μόνη/ Alone (Dmitri Kabakov), όλες οι διαδρομές της ζωής έχουν διανυθεί Χεκτός από μια -αυτή που καταγράφει το ντοκιμαντέρ. Ακολουθώντας λοιπόν την ηρωίδα στην καθημερινή της διαδρομή- από το αστικό περιβάλλον της Μόσχας μέχρι τη δασική έκταση, στα περίχωρά της-, η σκηνοθεσία παρακολουθεί και τον λόγο της. Αναμνήσεις μίας ζωής, που η ηλικιωμένη αφηγείται, διανθίζονται με εικόνες από προπαγανδιστικά επίκαιρα και ταινίες της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ δεν έχουμε απλώς ένα σχόλιο για την ιστορική διαδρομή μίας χώρας. Η εικόνα της ηλικιωμένης που βαδίζει με μικρά και ασταθή βήματα μέσα στο χιονισμένο τοπίο, αποκτά ξαφνικά μια καθαρά ποιητική διάσταση: είναι ένα μικρό ποίημα, ένα χαϊκού, αφιερωμένο στις δύσκολες και δύσβατες διαδρομές μίας ζωής που πλησιάζει στο τέλος της, στις ματαιωμένες προσδοκίες της, στις ανεκπλήρωτες ελπίδες της, στην μοναξιά του τέλους…

Δημήτρης Μπάμπας