15doc.jpg

Private Universe, Helena Trestikova
Με αφετηρία τη γέννηση του πρωτότοκου γιού μιας φιλικής της οικογένειας το 1974 και τη δημιουργία μιας ταινίας μικρού μήκους με θέμα τη μητρότητα («Miracle»),  η γνωστή Τσέχα ντοκιμαντερίστρια Helena Trestikova ξεκινάει ένα μεγαλόπνοο project. Παρακολουθεί με την κάμερά της για 37 ολόκληρα χρόνια τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή της οικογένειας. Γνωστή για ταινίες τεκμηρίωσης μακρόχρονης παρατήρησης, η Trestikova εδώ επιχειρεί κάτι πιο σύνθετο από την άποψη της φόρμας. Η οθόνη του κουτιού της τηλεόρασης και η κινηματογραφική της κάμερα γίνονται οι προβολείς ενός ιστορικού και ενός ιδιωτικού σύμπαντος που συνδιαλέγονται στην τροχιά του χρόνου. Η πορεία του κομμουνισμού και της οικογένειας, τα πρώτα βήματα του γιού και του ανθρώπου στο διάστημα, τα προσωπικά όνειρα και οι απογοητεύσεις, συγκατοικήσεις,  μετακινήσεις και μεταμορφώσεις μιας οικογένειας αλλά και ενός ολόκληρου λαού  εναλλάσσονται συνεχώς απεικονίζοντας τους δύο κόσμους με αυθεντικότητα αλλά και λεπτή ειρωνεία.
Από την άλλη ο ιδιωτικός μικρόκοσμος ξεδιπλώνεται μέσα από σκηνές βιντεοσκοπημένες από την κάμερα της οικογένειας καθώς και από τις σελίδες του ημερολογίου που κρατούσε επί 37 ολόκληρα χρόνια ο πατέρας. Οι οικογενειακές φωτογραφίες έρχονται να συμπληρώσουν το χρονικό αυτό. Είναι εξάλλου μέσα από το ώριμο πλέον βλέμμα του πατέρα που γινόμαστε μάρτυρες αυτής της διαδρομής , καθώς ο ίδιος  σε ρόλο αφηγητή-θεατή ξεφυλλίζει τα ημερολόγια και παρακολουθεί σχετικά αποσπάσματα της ταινίας. Κεντρικός χαρακτήρας παραμένει ως το τέλος της ταινίας ο γιος, την εξέλιξη του οποίου καταγράφει το ντοκιμαντέρ. Μια εξέλιξη πολυτάραχη και απρόβλεπτη που επισφραγίζει αυτό που διατρέχει σαν ιδέα όλη την ταινία. Την απουσία βεβαιοτήτων στη ζωή και τη σχετικότητα της αντίληψης του μέλλοντος. Ωστόσο το εγχείρημα της Τrestikova-και εν μέρει αυτό της οικογένειας- μαρτυρεί την αντίσταση της προσωπικής μνήμης στην καταλυτική δύναμη του κοσμικού χρόνου.

The Machine Which Makes Everything Disappear, Tinatin Gurchiani

Δεκατρείς σύντομες προσωπικές ιστορίες με αφορμή την οντισιόν για μια ταινία.
Στη Γεωργία του 2011 δεκατρείς -στην πλειοψηφία τους- νέοι απαντούν στις ερωτήσεις της σκηνοθέτριας για τη ζωή, τα ενδιαφέροντα και την καθημερινότητά τους αλλά και για το λόγο που τους οδήγησε εκεί. Πρέπει να πείσουν ότι η προσωπική τους ιστορία ξεχωρίζει από τις άλλες. Όρθιοι, με φόντο έναν ξεφλουδισμένο τοίχο, μιλούν και για τα αγαπημένα τους παραμύθια ή τις κρυφές τους επιθυμίες.
Οι συνεντεύξεις τους συγκλίνουν αλλά και αποκλίνουν για να αναδείξουν κάτι από τη διαφορετική διάθεση ή την προσωπικότητα του καθενός. Εναλλάσσονται όμως διαρκώς με σκηνές από το οικείο τους φυσικό ή αστικό περιβάλλον που συχνά λειτουργούν ως πρόλογος ή επίλογος των συνεντεύξεων, πάντα όμως ως συνδετικός κρίκος των ιστοριών. 
Μακρινά ομιχλώδη τοπία, τράβελινγκ κατά μήκος καταθλιπτικών δρόμων, στημένα φωτογραφικά πορτρέτα σα ζωντανά ταμπλό βιβάντ, παρεμβάλλονται σαν ενδιάμεσα σχόλια. Έτσι η στατική, μετωπική παρουσίαση μετατρέπεται  σε ένα ιδιόμορφο κολάζ ανθρώπων και τόπων, σε ένα εθνογραφικό οδοιπορικό, μια χαρτογράφηση της ενδοχώρας αυτής της δοκιμασμένης από τον πόλεμο πρώην σοβιετικής δημοκρατίας. Μια συγκρατημένη αισιοδοξία φαίνεται να πηγάζει από κάποια πρόσωπα. Στα περισσότερα όμως απεικονίζεται η φθορά και η κούραση, που η αντανάκλασή τους περνάει με τη σειρά της στα θλιβερά και μελαγχολικά τοπία μιας χώρας σε παρακμή.
invisibl.jpg
The Invisible War, Kirby Dick
Ο Kirby Dick αποτελεί μια από τις πιο τολμηρές φωνές στο χώρο του αμερικάνικου ντοκιμαντέρ. Στις ταινίες του, οι οποίες κινούνται περισσότερο στο χώρο της ερευνητικής δημοσιογραφίας, αποκαλύπτονται σκάνδαλα-συχνά σεξουαλικά- γύρω από θεσμούς που δύσκολα επιδέχονται κριτικής. Παράλληλα όμως καυτηριάζεται και η υποκρισία με την οποία καλύπτεται η βία που ασκούν ισχυροί οργανισμοί με μεγάλα πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα. Καθολική εκκλησία, κινηματογραφική βιομηχανία, ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί ήταν οι στόχοι των τελευταίων ταινιών του. Σε αυτούς έρχεται τώρα να προστεθεί και ο αμερικανικός στρατός. Στο πολύκροτο ντοκιμαντέρ του The Invisible War ο Dick καταπιάνεται με ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ: το επιδημικό φαινόμενο των σεξουαλικών επιθέσεων στους κόλπους των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Ο Dick χρησιμοποιεί  συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό, τηλεοπτικά βίντεο αλλά και στοιχεία του κινηματογράφου της παρατήρησης, όταν παρακολουθεί κάποιες από τις ηρωίδες του σε στιγμές καθημερινότητας. Ακολουθεί όμως μια σαφή αφηγηματική δομή: από την προπαγανδιστική ταινία επικαίρων της εισαγωγής, -ειρωνικό σχόλιο στις μαρτυρίες που ακολουθούν-, περνάει κατευθείαν με τις συνεντεύξεις του στο ίδιο το γεγονός, στο ματατραυματικό άγχος (PTSD) , στη συγκάλυψη του εγκλήματος,  στη διαμαρτυρία.
Στην πραγματικότητα το ντοκιμαντέρ προβάλλει το χρονικό ενός διπλού βιασμού. Αυτού των θυμάτων αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης. Η σκανδαλώδης ατιμωρησία των δραστών και η ενοχοποίηση των γυναικών που κατήγγειλαν το έγκλημα συνιστούν το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης. Μια τρομοκρατία η οποία ξεπερνάει κι αυτή την ίδια πράξη σωματικής βίας. Η ταινία καταγράφει επίσης, μέσα από συνεντεύξεις ειδικών, το ψυχολογικό προφίλ των βιαστών καθώς και τις γελοίες στρατηγικές αντιμετώπισης των «περιστατικών» από τον στρατιωτικό μηχανισμό. Φτηνή ρητορική ή διαφημιστικές καμπάνιες  που προσβάλλουν ή και ενοχοποιούν τα θύματα. Εστιάζει όμως περισσότερο στις ψυχολογικές διαταραχές που υφίστανται όλοι όσοι υπήρξαν θύματα βιασμού από συναδέλφους ή προϊσταμένους τους. Στα προβλήματα υγείας αλλά κυρίως στη δυσκολία τους να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή. Το στρατιωτικό σεξουαλικό τραύμα γίνεται ιδιαίτερα οδυνηρό γιατί προσκρούει στο ιδανικό της στρατιωτικής αδελφικής αλληλεγγύης,  στις αρχές της πίστης και της εθνικής υπερηφάνειας. Παίρνει γι αυτό τις διαστάσεις προδοσίας  που μαζί με τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας καταδιώκει για πάντα όσους το υπέστησαν. 
firstpo.jpg
First Position, Bess Kargman
Την προετοιμασία έξι νεαρών χορευτών για έναν από τους σημαντικότερους διαγωνισμούς μπαλέτου στον κόσμο παρακολουθεί το ντοκιμαντέρ Πρώτη θέση/ First Position της Μπες Κάργκμαν/ Bess Kargman. Οι έξι ήρωες, τρία αγόρια και τρία κορίτσια από 11 έως 15 χρονών, προέρχονται από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και διαφορετικά κίνητρα το καθένα. Μέσα από τις προσωπικές τους μαρτυρίες μπροστά στο φακό, που εναλλάσσονται συνεχώς, σκιαγραφούνται τα πορτρέτα έξι ιδιαίτερα ταλαντούχων παιδιών ή εφήβων που έχουν ωριμάσει πρόωρα. Οι ιστορίες ενός υιοθετημένου κοριτσιού από τη Σιέρρα Λεόνε και ενός νεαρού από την Κολομβία ξεχωρίζουν εξαιτίας και της δραματουργικής τους βαρύτητας.
Η Kargman χωρίς να διεισδύει ιδιαίτερα στον ψυχικό κόσμο των παιδιών και μέσα από λεκτικές νύξεις ή ενδείξεις, όπως την ξενάγηση  στον κλειστό προσωπικό τους χώρο, υποδηλώνει το μοναχικό δρόμο που ακολουθούν και τις αντιφατικές συναισθηματικές καταστάσεις που δοκιμάζουν. Από την αισιοδοξία και το πάθος για το χορό στην κούραση και τον πόνο. Στην πορεία αυτής της διαδρομής το First Position  στέκεται ελάχιστα στη σχέση δασκάλου - μαθητή, ενώ εστιάζει περισσότερο στο οικογενειακό περιβάλλον που στηρίζει, ενθαρρύνει ή και πιέζει με απάνθρωπο τρόπο μερικές φορές τα παιδιά. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο διαγράφονται οι φιλοδοξίες, οι προσδοκίες αλλά και οι εμμονές των γονιών, που στην πραγματικότητα επενδύουν στο μέλλον των παιδιών τους. Άνθρωποι διαφορετικών κοινωνικών τάξεων ο καθένας ονειρεύονται και οι ίδιοι ένα είδος καταξίωσης.  Η ταινία κάνει κάποιες αναφορές-χωρίς να εμβαθύνει ιδιαίτερα- και στα γνωστά στερεότυπα που συνοδεύουν το μπαλέτο, όσον αφορά τα φύλα και την εικόνα του σώματος. Ενώ παράλληλα, ως επωδός,  εμφανίζονται και οι παρεμβάσεις μιας σχολιάστριας, που υπενθυμίζει τη σκληρή επαγγελματική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι χορευτές.

της Καλλιόπης Πουτούρογλου [ Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.]