MAXIMAL...
Ας πούμε ότι, σε εποχές χωρίς συλλογικά καλλιτεχνικά οράματα και δράσεις, υπάρχουν δύο οριακοί τρόποι για να «ξεφύγει» κάποιος κινηματογραφιστής (με άποψη για την τέχνη του και την τέχνη εν γένει) από την όποια κατεστημένη αντίληψη επικρατεί στο σύστημα που δραστηριοποιείται. Ο ένας τρόπος είναι να αποτολμήσει την υπέρβαση μέσω μιας μαξιμαλιστικής χρήσης των νέων τεχνολογιών (π. χ. ψηφιοποίηση, multimedia, διαδραστικότητα), όπως αυτή εφαρμόζεται ήδη σε εμπορικές ή άλλες χρήσεις, αλλά με μια προωθημένη καλλιτεχνική πρόθεση και με σκοπό να διερευνήσει τις προοπτικές για έναν «κινηματογράφο του μέλλοντος».Ο άλλος τρόπος είναι να «επιστρέψει» στην απλότητα (θέματος και μορφής) και στην πιο μινιμαλιστική χρήση των μέσων που του προσφέρονται, με σκοπό να αναδείξει την αλήθεια της εκφραστικής του πρόθεσης, χωρίς τις συνήθεις στρεβλώσεις (για λόγους) εντυπωσιασμού.
Στη πρώτη περίπτωση ανήκει η πιο φιλόδοξη και πολυδάπανη αβαγκαρντιά από καταβολής κινηματογράφου, η παραγωγή με τίτλο Οι βαλίτσες του Tulse Luper του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, που θα προβληθεί τον Ιούνιο σε 20 μεγάλες πόλεις του κόσμου ταυτόχρονα. Ένα multimedia project, «το πρώτο ολοκληρωμένο έργο της νέας τεχνολογίας», που θα περιλαμβάνει τρεις ταινίες μεγάλου μήκους (σαν κεντρική σύνοψη και εισαγωγή που ασχολείται με 20 περίπου ιστορίες), μια κεντρική ιστοσελίδα και άλλες μικρότερες στο internet, μια σειρά τηλεοπτικών προγραμμάτων, 92 DVD και μια αντίστοιχη βιβλιοθήκη.

KAI MINIMAL
Στη δεύτερη περίπτωση, το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα είναι το Sideways του Αλεξάντερ Πέιν που, μετά το Σχετικά με τον Σμιτ με πρωταγωνιστή τον Τζακ Νίκολσον, έκανε ένα «πλάγιο» βήμα έξω από το δρόμο που οδηγεί στην επιτυχία (εντός του συστήματος), φτιάχνοντας μια ταινία χωρίς σταρ-κράχτες, χωρίς ψηφιακές ενισχύσεις, χωρίς «ευκίνητες» κάμερες, χωρίς σχεδόν σκηνοθεσία (που να επιδεικνύεται), γυρισμένη σε φυσικούς χώρους και με φυσικούς τρόπους κινηματογράφησης. Μια ταινία ακατάτακτη, ούτε καν ως καλλιτεχνίζουσα ή/και μοντερνίζουσα, κάτι που συνεπάγεται μια απίστευτη δυσκολία να τυποποιηθεί ως προϊόν και να πλασαριστεί στην (αμερικάνικη κυρίως) αγορά με τους συνήθεις μηχανισμούς προώθησης.
Πρόκειται βέβαια για δύο προσωπικά εγχειρήματα που δεν έρχονται καθόλου σε ρήξη με το σύστημα, αλλά που εκμεταλλεύονται (επί της διαδικασίας) τις ανοχές του και τα εναλλακτικά ή ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτήσεων που υπάρχουν στις παρυφές του, για να παίξουν το παιχνίδι (και) με τους δικούς τους καλλιτεχνικούς όρους. Οι δύο αυτές παραγωγές είχαν την τιμητική τους στα προγράμματα του 45ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Για να θυμόμαστε ότι εκτός από αυτούς (τους πολλούς) που πασχίζουν για μια θέση επιτυχίας εντός του συστήματος, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που, ενώ τους προσφέρονται οι ευκαιρίες για μια τέτοια καριέρα, προτιμούν να γράψουν τη δική τους ιστορία. Τι άλλο να κάνουν; Να ξεκινήσουν την επανάσταση -χωρίς εμάς;

Σωτήρης Ζήκος