(για το The Godfather του Francis Ford Coppola)
γράφει ο Σωτήρης Ζήκος
 b_505X0_505X0_16777215_00_images_1617_marlon-brando-the-godfather.jpg

Η “ερμηνεία” του Μπράντο στο ρόλο του γερασμένου και αγέραστου Κορλεόνε, υπήρξε για μένα η πρώτη αποκάλυψη του τι σημαίνει ένα εξαίρετο παίξιμο ηθοποιού στον κινηματογράφο.
Στην όψη αυτού του προσώπου είναι ήδη αποτυπωμένο από την αρχή, το ίχνος του θανάτου, καθώς η φωνή φτάνει απόκοσμη από τα βάθη εκείνης της μεγενθυμένης και ανελαστικής μορφής, που γερνάει κάθε στιγμή.
Τα φρύδια διαρκώς ανυψωμένα συγκλίνουν, τα χαρακτηριστικά είναι τραβηγμένα σε μια έκφραση περήφανης και σιωπηλής προσπάθειας να συγκρατήσουν το βαρύ, κουρασμένο κορμί από το φορτίο του χρόνου.
Όλες οι εκφράσεις πάλλονται ανάμεσα σ' έναν εσωτερικό πόνο και τις ευθύνες των υποθέσεων της φαμίλιας, ανάμεσα σε μια τρυφερότητα για τα μέλη της οικογένειας και την αυστηρότητα του Ντον, για να διατηρήσουν την αγέρωχη εικόνα του Νονού και να αποκρύψουν την έγνοια και την θλίψη, για τις μέρες που αλύπητα τρέχουν, παρασέρνοντας μια ολόκληρη εποχή μαζί τους και φέρνοντας μια καινούργια, από την οποία αυτός θα απουσιάζει.
Η αναπνοή είναι ασθματική και η βραχνάδα της φωνής ξεθωριάζει τα λόγια. Στο χαμόγελο που διαστέλλεται αργά, διακρίνεται η κοπιαστική προσπάθεια που το δημιουργεί, η αδράνεια που το τραβάει πίσω για να το ξανακλείσει.
Η παρουσία αυτού του προσώπου είναι επιβλητική, δεσποτική, κυριαρχεί τα πλάνα αλλά το ίδιο φαίνεται να ταξιδεύει ήδη για αλλού.
Τεντώνει τον λαιμό, αφουγκράζεται και ανασηκώνει το πηγούνι με πείσμα και ανυπομονησία να προλάβει. Να προλάβει τί;
Προσπαθεί να κατευθύνει την σκέψη του σε έγνοιες και καθήκοντα ανώτερα από τις πτωτικές του διαθέσεις, για να ανυψώσει και αυτές τις ίδιες τις διαθέσεις, να τονώσει την θέληση του, να σταθεροποιήσει το σώμα του σε στάσεις αρχοντικές και άξιες της θέσης του.
Όλοι αυτοί οι παλμοί που τον τροφοδοτούν, τον ενδυναμώνουν, τον εμψυχώνουν εκφράζονται προς το βλέμμα του θεατή, πιο άμεσα από οποιαδήποτε βαρύγδουπη και κατακόρυφη, ερμηνεία. Αυτοί οι παλμοί δημιουργούν τις αντικατακόρυφες ταλαντώσεις που διατηρούν και ανυψώνουν αυτό το πρόσωπο στην κορυφή της ιεραρχίας, μέσα στον κόσμο του έργου.
Το αργό, διαρκές, αμυδρό λίκνισμα του κεφαλιού φορτίζει κάποια λόγια ή ενδόμυχες σκέψεις με την αίσθηση του μοιραίου, εκφράζει την συγκατάνευση σε μια αλήθεια αναμφισβήτητη και αναπότρεπτη, που ακόμα και αυτός που την εκμαιεύει, δεν την επιβάλλει στους άλλους, απλά υποτάσσεται και ο ίδιος σ' αυτήν, αποδέχεται την ώθηση της αποκάλυψης της, υπομένει τους κλυδωνισμούς της.
Το ενοχλητικά διαπεραστικό βλέμμα του Κορλεόνε, αποφεύγει επίμονα τα βλέμματα των άλλων -δεν τα αγγίζει παρά αστραπιαία, για να κεραυνοβολήσει με μια βουβή απειλή ή για να επικυρώσει μια αναντίρρητη εντολή- και πάντα πλανιέται και βυθίζεται λίγο πάνω και λίγο πλάγια από το πρόσωπα τους, σαν να διασχίσει το παρόν και να βλέπει το μέλλον τους, που είναι ορατό μόνο σ' αυτόν. Στις στιγμές μιας τέτοιας ενόρασης μιλάει, χωρίς να δείχνει πως απευθύνεται σε κανέναν συγκεκριμένο, θαρρείς και θέλει να αποφεύγει την υποταγή στην μυστηριώδη δύναμη της ματιάς του, που θάταν αναπόφευκτη αν κοιτούσε κάποιον κατάματα, μόνο και μόνο, γιατί επιθυμεί την αβίαστη υπακοή, τον αυθόρμητο σεβασμό στο πρόσωπο του.
Να ποιες είναι οι εκφράσεις που δημιουργούν το κύρος της εικόνας του Νονού, φωτίζουν την αίγλη του Ντον, του αρχηγού της φαμίλιας, του προστάτη πατέρα, που καμιά κραυγαλέα και έντονη χειρονομία δεν θα του προσέδιδαν. Η συνεχώς κερδισμένη κυριαρχία πάνω στις δικές του διαθέσεις , στην δική του αγωνία, στην επερχόμενη ακαμψία του δικού του σώματος, στην ταραχή της ανυπομονησίας που τον κατατρώει, στον εκνευρισμό για την δουλόπρεπη φλυαρία των “υπηκόων', εκφράζουν την διατήρηση της δύναμης του, της σιγουριάς, της συσσωρευμένης πείρας του, περισσότερο από κάθε εξωτερικευμένη και υπερβολικής επίδειξη της εξουσίας του.
Με αυτές τις ισορροπητικές ταλαντώσεις ο Μπράντο ζωντανεύει τον γέρο Κορλεόνε, σαν ένα πρόσωπο που κέρδισε με την αξία του και κερδίζει μέχρι την τελευταία στιγμή την ισχύ του, το κύρος του, την εκτίμηση του δικού του κόσμου.

Όταν στο δεύτερο μέρος αυτού του έργου, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο επιχείρησε, με αξιοθαύμαστο ζήλο, να σταθεί στο ύψος της φιγούρας που ο Μπράντο είχε δημιουργήσει δεν κατάφερε παρά να την αντιγράψει. Υπήρχε κάτι ασύλληπτο μέσα σ' αυτήν την μορφή που δεν κατάφερε να εκφράσει, όπως οι πιο δεξιοτέχνες πλαστογράφοι δεν καταφέρνουν ν' ανάψουν εκείνη την μυστική φλόγα που σπιθίζει στα πιο μεγάλα έργα της ζωγραφικής. Η βραχνάδα της φωνής, το λόρδικο βάδισμα, το κλειστό πρόσωπο, η αποφασιστικότητα των κινήσεων, είχαν αναπαραχθεί με επιτυχία αλλά και κάτι έλειπε.
Ήταν αυτή η ιδιαίτερη παλμικότητα των εκφράσεων.
Ο Μάρλον Μπράντο είχε εκφράσει με το σώμα, το βλέμμα, τη φωνή, τις λεπτομέρειες της εκφράσης μια νεότητα ταραγμένη, μια πορεία και διατήρηση κάποιων αξιών του παρελθόντος μέχρι το παρόν διαμέσου μιας ιστορίας βίας, κινδύνου και παρανομίας. Κάθε τι πάνω του διασταύρωνε ότι ήταν κάποτε και ότι είναι τώρα. Οι παλμοί των εκφράσεων του αποκαλύπτουν στο έργο τις σημασίες, τις αξίες, τις έγνοιες του παρελθόντος και του παρόντος μέσα στο στρόβιλο της εσωτερικής του κρίσης.
Ο τρόπος παρουσίασης των χρόνων νεότητας του Κορλεόνε από τον Ντε Νίρο αλλά και τον Κόπολλα προσπάθησε να δείξει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά σαν να προϋπήρχαν απαράλλαχτα ή εν δυνάμει από πριν, να αναιρέσει τον πλούτο της απροσδιοριστίας τους. Έτσι τα σημεία άφιξης και εκκίνησης αυτής της προσωπικής ιστορίας πάνε να ταυτιστούν ή η διαδρομή ανάμεσα τους να ευθυγραμμιστεί. Ως προς αυτό το πρόσωπο, ο ΝΟΝΟΣ Νο 2 ήταν απλώς μια πετυχημένη πλαστογραφία. Τίποτα άλλο.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κινηματογραφικά Τετράδια στο άρθρο «Ο ηθοποιός στον κινηματογράφο», Τεύχος 17, Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1984)