του Τάκη Σπετσιώτη
meteoro-kai-skia.jpg

Η ταινία αναφέρεται στη άνοδο και την πτώση του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής ποίησης. Η αφήγηση δεν επικεντρώνεται στο ποιητικό έργο του Λαπαθιώτη, αλλά φωτίζει κυρίως την προσωπική του ζωή (ήταν ομοφυλόφιλος, ναρκομανής, κομμουνιστής), που αποτελούσε σκάνδαλο για την κοινωνία του καιρού του και για την κοινωνική τάξη από την οποία προερχόταν. 
Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (τον υποδύεται ο Τάκης Μόσχος), γόνος του στρατιωτικού κατεστημένου, αναθεωρεί πολλές απόψεις του κατά τη στρατιωτική του θητεία. Εγκαταλείπει την κοσμική ζωή και συναναστρέφεται με απλούς ανθρώπους, όπου η ομοφυλοφιλία και τα ναρκωτικά είναι αποδεκτά.  Αυτοκτόνησε (αυτοπυροβολήθηκε με το πιστόλι του στρατιωτικού-πατέρα του) στις 8 Ιανουαρίου 1944, μετά από αποτυχημένες απόπειρες που είχαν προηγηθεί, καθώς η ιδέα του θανάτου, που πάντα τον απασχολούσε, γίνεται έμμονη κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής και ιδίως μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1941.
Το σενάριο βασίζεται σε μια σειρά αυθεντικών εγγράφων και με φόντο μεγάλα ιστορικά γεγονότα μιας πολύ σημαντικής περιόδου πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στην Ελλάδα, καθώς και επιρροών των ευρωπαϊκών πολιτιστικών γεγονότων στον ελληνικό πολιτισμό.
Με τους Τάκη Μόσχο, Μιχαήλ Μαρμαρινό, Γιώργο Κέντρο, Δημήτρη Ξανθούλη.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας δηλώνει σε μια συνέντευξή του στον Ριζοσπάστη (21 Μάη 2000) για τον ήρωα: "Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του."
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει σε μια κριτική του (Έθνος, 17.11.1985): «Το Μετέωρο και σκιά του Δημήτρη Σπετσιώτη προσεγγίζει με σεβασμό το μετέωρο που υπήρξε ο Λαπαθιώτης και κλαίει με αξιοπρέπεια για τη σκιά που κατάντησε στο τέλος της ζωής του. Ακροβατώντας πάνω στην κόψη του ξυραφιού, παίζοντας επικίνδυνα μ’ ένα δαιδαλώδες και πολύπλοκο θέμα, που θα μπορούσε να συντρίψει και πολύ πεπειραμένους δημιουργούς, ο Σπετσιώτης καταφέρνει να διεκπεραιώσει το τρομαχτικά δύσκολο εγχείρημα που ανέλαβε με απόλυτη αξιοπρέπεια.
[...] Η σκηνοθεσία δεν μπερδεύτηκε στον ψευδορεαλισμό της αναπαράστασης. Με την άκρως αποτελεσματική συμβολή του φωτογράφου Φίλιππου Κουτσαφτή και κυρίως της σκηνογράφου Ντόρας Λελούδα, ο Σπετσιώτης καταφέρνει τελικά να βγάλει τον χαρακτήρα και την εποχή του, λιτά, αφαιρετικά, απλά. Κι ακόμα πετυχαίνει, χωρίς να το επιδιώκει ίσως συνειδητά, να περιγράφει την αντίφαση ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και τον πεζό και συχνά χυδαίο κοινωνικό περίγυρο, που δρα έτσι κι αλλιώς ανασταλτικά στην προσωπική υπόθεση του δημιουργού, καθώς προσπαθεί να παραμείνει ποιητής μέσα σ’ ένα κόσμο που σκοτώνει αδιάκοπα τους ποιητές [...]
»

ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

T’ ΑΠΛΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ

Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί,
-μα ‘ναι το πιο καλό παιδί, που μες στην πλάση τούτη
μπορεί ν’ απαντηθεί!

Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,
-μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά...

Κι άλλοτε μού’ τυχε ξανά, -στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά,
-μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια μικρή καρδιά...

Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι
κι αυτό δεν έχει πιο καλό κοστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά -και μου χαμογελάει,
να παρηγορηθεί...

(δ.τ.)