tuncel-kurtiz.jpg

Χειμαρρώδης στο λόγο και απρόβλεπτος συνομιλητής, ο Tuncel Kurtiz ανήκει σε μια κατηγορία ανθρώπων που έχουν την ικανότητα να σαγηνεύουν τους συνομιλητές τους. Η αφήγηση του έχει κάτι από το χρώμα και την γοητεία των παλιών παραμυθιών της Ανατολής, και ο λόγος του ακτινοβολεί τη γοητεία και τη μαγεία της τέχνης του: ο Tuncel Kurtiz είναι ένας ηθοποιός που μαγεύει το ακροατήριό του.
Μια κατά λέξη καταγραφή της, διάρκειας μίας ώρας, συνομιλίας, θα αδικούσε το λόγο -η πιστή αναπαραγωγή του δε θα κατέστρεφε τη μαγεία του. Ότι λοιπόν ακολουθεί είναι μια σύνοψη αυτής της συνομιλίας, κατά ανάγκη, αυστηρά δημοσιογραφική, δηλαδή εν τέλει απομυθοποιητική.
Ξεκινώντας τη συζήτηση ο Tuncel Kurtiz αναφέρθηκε, με δική του πρωτοβουλία, στους δεσμούς του με την πόλη που τον φιλοξενεί, τη Θεσσαλονίκη. Η καταγωγή της οικογενείας του είναι από την Θεσσαλονίκη, καθώς ο παππού του υπηρέτησε εδώ ως κυβερνητικός αξιωματούχος, και έφυγε όταν η πόλη καταλήφθηκε από τον Ελληνικό Στρατό. Ανήκοντας σε μια οικογένεια της οποίας πολλά μέλη κατείχαν αξιώματα στην κρατική γραφειοκρατία του Τουρκικού κράτους, ο Τούρκος ηθοποιός παρακολούθησε, μετά από οικογενειακή παρότρυνση, Νομικά στο πανεπιστήμιο. Όμως ο Kurtiz, και για τους συνήθεις λόγους αναβολής από τον στρατό, παρέτεινε για 9 χρόνια της παραμονή του στο Πανεπιστήμιο περνώντας από πολλές και διαφορετικές σχολές μεταξύ των οποίων και Αγγλικής Φιλολογίας, Ανθρωπολογίας και Φιλοσοφίας. Χωρίς ποτέ να τελειώσει το πανεπιστήμιο, συμμετείχε στη διάρκεια των σπουδών του σε ερασιτεχνικές πρωτοποριακές ομάδες που ανέβαζαν θεατρικά έργα, ανατρεπτικά στη μορφή και στο περιεχόμενο. Ήταν το 1959 που ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στο θέατρο, ακολουθώντας ως ηθοποιός μια διαδρομή που έδινε βάση στην ποιότητα του θεατρικού λόγου και τις κοινωνικές σημασίες.
Γνωρίστηκαν τον Γιλμάζ Γκιουνέι/ Yılmaz Güney λόγω των κοινών ενδιαφερόντων τους: και οι δύο έγραφαν διηγήματα που δημοσιευόταν σε μικρά περιοδικά. Όμως η βάση στην οποία αναπτύχθηκε η στενή και βαθιά φιλία τους υπήρξε η ένταξη και η συμμετοχή τους στο κομουνιστικό κίνημα της Τουρκίας. Παρόλη τη διαφορετική κοινωνική καταγωγή τους -ο Kurtiz ανήκε σε μια αστική οικογένεια και ο Γκιουνέι προερχόταν από ένα αγροτικό περιβάλλον- η φιλία τους επιβίωσε όλα τα δύσκολα χρόνια των δεκαετιών 50, 60 και 70. Οι συνεχείς φυλακίσεις του Γκιουνέι (λόγω της πολιτικής του δράσης) και οι αυτοεξορίες του Kurtiz (λόγω των πολιτικών του ιδεών) δεν εμπόδισαν τις μεταξύ τους σχέσεις. Όταν ο Γκιουνέι ξεκίνησε τη διαδρομή του στον κινηματογράφο, τότε ζήτησε από τον φίλο του να συμμετάσχει στις ταινίες του. Όπως επισημαίνει ο Kurtiz, αν και οι ταινίες αυτές άνηκαν στο χώρο του εμπορικού κινηματογράφου είχαν μια διαφορετική αίσθηση, κυρίως λόγω των κοινωνικών μηνυμάτων τους.
edge5.jpgΕξαιρετικός γνώστης τόσο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού όσο και του σύγχρονου, ο 64χρονός Τούρκος ηθοποιός, αναφέρεται με εγκωμιαστικά σχόλια στην πρώτη ελληνική ταινία που είδε, την Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη και θυμάται την αίσθηση που του δημιούργησε η θέαση της -μία αίσθηση ανάλογη μ' αυτή των ταινιών του Vittorio De Sica και Federico Fellini. Μεγάλος θαυμαστής των ταινιών του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο Kurtiz αναφέρεται τόσο στην Αναπαράσταση και τον Θίασο ("έγραφα εκείνη την περίοδο ένα διήγημα με ανάλογη ιστορία και μόλις είδα την ταινία το σταμάτησα") όσο και στο Ταξίδι στα Κύθηρα και τον Μελισσοκόμο ("θα ήθελα να είχα παίξει εγώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο"). Απαγγέλλει με άψογα και καθαρά ελληνικά το μονόλογο του Κατράκη στο Ταξίδι στα Κύθηρα, και εκφράζει την ελπίδα και την επιθυμία του να συνεργαστεί με τον Έλληνα σκηνοθέτη. Θυμάται την Διδώ Σωτηρίου και τις μη πετυχημένες προσπάθειές τους για συνεργασία, αναφέρεται με θαυμασμό στον Ρίτσο ("πολύ μεγάλος ποιητής"), τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Μίκη Θεοδωράκη.
Προσπαθώντας να ορίσει τα κριτήρια με τα οποία θα κρίνει τις ταινίες που συμμετέχουν στο Διεθνές Διαγωνιστικό, ο Tuncel Kurtiz λεει ότι θα ψάξει για ταινίες που να έχουν ρεαλισμό, οι οποίες δεν θα παρουσιάζουν μια ψεύτικη εικόνα της πραγματικότητας. Δεν θέλει ταινίες που να χειραγωγούν το κοινό, που να το αναγκάζουν να γελάσει ή να κλάψει -θέλει τα πρόσωπα των ταινιών να είναι αληθινά, να ζουν με έντονο τρόπο τις δραματικές συγκρούσεις. Δεν θα ήθελε με τίποτε οι ταινίες να θυμίζουν χολιγουντιανό κινηματογράφο.
Σχολιάζοντας την κατάσταση του κόσμου, μιλά για τον "πολιτισμό του πετρελαίου" στον οποίο ζούμε, διευκρινίζοντας ότι τα πάντα στον κόσμο καθορίζονται από δυνάμεις που προσπαθούν να ελέγξουν την παραγωγή και τη διακίνηση του μαύρου χρυσού. Εξαιρετικά επιφυλακτικός με τη Δύση, θεωρεί την Ευρώπη και την Αμερική, υπεύθυνη τόσο για τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, όσο και για τη διαμάχη ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα αλλά και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Θεωρεί ότι τα Βαλκάνια αποτελούν ένα ενιαίο πολιτιστικό χώρο με κοινές αξίες, και καταγωγή τόσο στο Βυζάντιο όσο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ονειρεύεται, τέλος, ένα μέλλον όπου τα εθνικά σύνορα θα έχουν καταργηθεί, όπου άνθρωποι και ιδέες θα κυκλοφορούν ελευθέρα.
Κουρασμένος από τις δραστηριότητες του στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αλλά και τις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη (όπου έζησε με διαλείμματα σχεδόν 20 χρόνια) ο Tuncel Kurtiz σχεδιάζει να αποσυρθεί στην εξοχή και να συνεχίσει όπως ξεκίνησε: γράφοντας μία δική του, λίγο αυτοβιογραφική και λίγο "αιρετική", εκδοχή της Ιλιάδας.

Δημήτρης Μπάμπας

(δημοσιεύθηκε το Νόεμβρη του 2000, στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Πρώτο Πλάνο)