the-wolf-of-wall-street.jpg

του Χρήστου Χωμενίδη

Η φετινή κινηματογραφική σοδειά είναι μέχρι στιγμής τόσο ενδιαφέρουσα, ώστε το σινεμά επανακτά για τους δαρμένους και γδαρμένους απ’ την κρίση Ελληνες τον λυτρωτικό του ρόλο: τα επί της οθόνης δρώμενα μας κάνουν όχι να ξεχνάμε, αλλά να υπερβαίνουμε –προσωρινά τουλάχιστον– τη ζοφερή μας καθημερινότητα. Μας τραβάνε απ’ τον βούρκο τής εδώ επικαιρότητας. Μας θυμίζουν ότι εκτός από τον Ηλία Κασιδιάρη υπάρχει και ο Γούντι Aλεν. Εκτός απ’ το πρωτογενές πλεόνασμα υπάρχουν και οι πρωτογενείς μας πόθοι ― οι μέσα μας φωνές...
Εάν όμως η «Μεγάλη Ομορφιά» («La Grande Belezza») μας καλεί να γυρίσουμε την πλάτη στη χαμέρπεια, ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» / The Wolf of Wall Street μας βυθίζει μέχρι τα μπούνια μέσα της. Πρόκειται για μια λειτουργία της τέχνης καθαρά ομοιοπαθητική: σε ξεναγεί στην κόλαση, σε τσουρουφλίζει, σε μπουκώνει, σου προκαλεί μιαν αίσθηση ανυπόφορου κορεσμού κι έτσι σε οδηγεί στην κάθαρση. Ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» είναι μια τρίωρη σπουδή πάνω στην ανθρώπινη βουλιμία.

«Σκίζει χασέδες»
Ο Μάρτιν Σκορσέζε /Martin Scorsese επιλέγει ως κεντρικό του ήρωα ένα υπαρκτό πρόσωπο: τον Τζόρνταν Μπέλφορντ, έναν διαβόητο τζογαδόρο του χρηματιστηρίου, ο οποίος πριν από τα τριάντα του ήταν πολυεκατομμυριούχος, πριν από τα σαράντα του είχε καταλήξει στη φυλακή και σήμερα –«καθαρός πια»– περιφέρεται ανά την υφήλιο και παραδίδει μαθήματα αυτοβελτίωσης. Υποδυόμενος τον Τζόρνταν Μπέλφορντ, ο Λεονάρντο ντι Κάπριο «σκίζει χασέδες», κατά την παλαιά έκφραση. Παράφορος κι αδίστακτος όπως ο Αλ Πατσίνο στον «Σημαδεμένο», με ένα βλέμμα σατανικό σαν τον Μάλκολμ Μακ Ντάουελ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» και μια ροπή προς τη μέχρι νοσηρότητας λαγνεία, η οποία αμυδρά θυμίζει τον Ντόναλντ Σάδερλαντ στον «Καζανόβα» του Φελίνι. Περιστοιχισμένος από εξαιρετικούς συμπρωταγωνιστές, ο Ντι Κάπριο κουρελιάζει και την ύστατη πρόφαση ηθικής και αισθητικής. Εθίζεται σε κάθε λογής έξη ― από την κοκαΐνη έως τον σαδομαζοχισμό. Διοργανώνει στη Νέα Υόρκη των ’90s ρωμαϊκά όργια, κατά τα οποία εξευτελίζει τις γυναίκες υπαλλήλους του και εκτοξεύει νάνους πάνω σε στόχους. Προδίδει και προδίδεται κατ’ επανάληψιν, πουλάει κι αγοράζει τις γυναίκες του, ακόμα και τα ίδια τα παιδιά του, φτάνει στο χείλος της καταστροφής κι εντέλει περισώζεται με απώλειες, οι οποίες –δεδομένης της ύβρεώς του– μοιάζουν με ασήμαντες αμυχές. Ετσι όμως είναι η ζωή: σπανίως αποδίδει δικαιοσύνη…
Ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» έχει εκλεκτικές συγγένειες τόσο με την εξαιρετική «Απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας» (ταινία του Μπράιαν ντε Πάλμα, του 1990, βασισμένη στο κλασικό –κατά την άποψή μου– μυθιστόρημα του Τομ Γουλφ) όσο και με το «Αμερικανική ψύχωση» του Μπρετ Ιστον Ελις, το οποίο κινηματογραφικά ατύχησε. Πρόκειται για το κλασικό μοτίβο της τυχοδιωκτικής ανόδου και πτώσης, του οποίου πατέρας ήταν ο μέγας Μπαλζάκ.
Εχει όμως σχέση ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» και με τα καθ’ ημάς; Θα μπορούσε να εκληφθεί και ως σχόλιο πάνω στην πρόσφατη ελληνική μπελ επόκ, την «εποχή της αστακομακαρονάδας», η οποία οδήγησε –πανθομολογουμένως– στο σημερινό μας χάλι;
Εκ πρώτης όψεως, ναι. Ανετα φανταζόμαστε τον «Λύκο» - Ντι Κάπριο να κατεβαίνει οδηγώντας Χάμερ με φιμέ τζάμια την Κηφισίας, να κάνει αμύθητες «ζημιές» στα μπουζούκια και να ποζάρει δίπλα στην πισίνα του στη Μύκονο. Κατά την περίοδο των παχειών αγελάδων, θα αποτελούσε ίνδαλμα και σύμβολο του σεξ για εκατομμύρια συμπολίτες μας, οι οποίοι κοιμήθηκαν «γκλαμουράτοι» και ξύπνησαν –όταν χρεοκόπησε η χώρα– «αγανακτισμένοι». Αλλά και επί των μνημονίων, ο Ελλην «Λύκος» θα έδινε τον αγώνα της προσωπικής του όχι επιβίωσης, αλλά χλιδής (χαλιναγωγώντας κάπως την επιδειξιομανία του), ώσπου η Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος να τον στείλει στη φυλακή. Διότι έτσι είναι ένας γνήσιος «λύκος»: πρώτα ξεψυχάει κι έπειτα παραιτείται από το χούι του…

Με όρους καζίνο
Λίγο όμως να γνωρίζεις την Αμερική, ξέρεις ότι ένας τύπος σαν τον Τζόρνταν Μπέλφορντ ούτε για μία μέρα στη ζωή του ούτε στον κολοφώνα της ισχύος του δεν εντάχθηκε στο κοινωνικό, πόσο δε μάλλον στο οικονομικό κατεστημένο. Σε μια χώρα με σοβαρές παραγωγικές δομές και με θεσμούς οι οποίοι –παρά τις τρύπες τους– λειτουργούν επί αιώνες, ο χαρακτηρισμός «Λύκος της Γουόλ Στριτ» του αποδόθηκε καθαρά χλευαστικά (και αυτό αποτυπώνεται στην ταινία...). Στη Μέκκα της ελεύθερης αγοράς, εκείνοι που κινούν τα νήματα και λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις δεν είναι κάτι ημιαγράμματα παιδιά της γειτονιάς, τα οποία καβαλούν το κύμα με μόνη κινητήρια δύναμη τη λαιμαργία τους και τον ναρκισσισμό τους. Ο μεγιστάνας, ο πολιτικός εθνικής ή διεθνούς εμβέλειας, ακόμα και ο ισχυρός άνδρας –ή γυναίκα– του Χόλιγουντ διαθέτουν εντυπωσιακή συγκρότηση, παροιμιώδη συνήθως αυτοκυριαρχία και πάντως σπάνια καταντούν αθύρματα των παθών τους. Οσο και αν χαλάει η μανέστρα των «επαναστατημένων» συμπολιτών μας, το μεγάλο παιχνίδι του καπιταλισμού δεν παίζεται με απλοϊκούς όρους καζίνο.
Κι εκεί ακριβώς έγκειται το ελληνικό δράμα: κινούμενα ανέκδοτα, παρόμοια με τον Τζόρνταν Μπέλφορντ, βρέθηκαν κατά τη Μεταπολίτευση –ενδεχομένως και παλαιότερα– σε θέσεις-κλειδιά. Πλασαρίστηκαν πλάι σε πρωθυπουργούς, υποδύθηκαν τα «νέα τζάκια», διαπλέχθηκαν και λεηλάτησαν το δημόσιο ταμείο δίχως να δίνουν δεκάρα για το μέλλον, αφού η κραυγαλέα έλλειψη παιδείας και η τυχάρπαστη ιδιοσυγκρασία τους δεν τους επέτρεπαν να βλέπουν πέρα από τη μύτη τους... Ο ημεδαπός καπιταλισμός κατάντησε μέσα σε τρεις δεκαετίες σκέτη παρωδία και ροκάνισε –το βλέπουμε καθημερινά πλέον– τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Επιγραμματικά μιλώντας, η Ελλάδα μέσα στην παραζάλη της έχρισε τον Γιώργο Κοσκωτά επιχειρηματία και τον Ακη Τσοχατζόπουλο πολιτικό. Πιο αφελείς κι από την Κοκκινοσκουφίτσα, σήμερα το πληρώνουμε. Και θα το πληρώνουμε.

* Ο κ. Χ. Α. Χωμενίδης είναι συγγραφέας. Λίαν προσεχώς θα εκδοθεί το μυθιστόρημά του «Νίκη» από τις εκδόσεις Πατάκη.

(δημοσιεύθηκε στη εφ.  H KAΘHMEPINH 9-2-2014)