του Hong Sang-soo
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1920_the-woman-who-ran.jpg

Εκμεταλλευόμενη την απουσία του άντρα της σε επαγγελματικό ταξίδι,  η Ghamee, για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια του έγγαμου βίου της, θα βγει να συναντήσει τρεις παλιές της φίλες. Τις δύο πρώτες τις επισκέπτεται στο χώρο τους, σε προάστιο της Σεούλ, ενώ η τρίτη πέφτει τυχαία επάνω της, έξω από μια κινηματογραφική αίθουσα. Τρεις μέρες, τρεις συναντήσεις.  Μέσα σε ατμόσφαιρα χαλαρή και σε κλίμα αβρότητας οι γυναίκες συνομιλούν, εκμυστηρεύονται, αναρωτιούνται και προβληματίζονται πάνω σε ένα ευρύ φάσμα φαινομενικά ασύνδετων, κοινότοπων θεμάτων, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικών: από τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις ως τη χορτοφαγία, τη συμπεριφορά των ζώων και την αξία ακινήτων. Συνοδεύοντας την κουβέντα τους -τουλάχιστον στις δυο πρώτες συναντήσεις- με φαγητό και ποτό εξαιρετικής ποιότητας και αφήνοντας να εννοηθούν πολλά περισσότερα από όσα επιτρέπουν οι μικρές τους συζητήσεις.
Δομημένη σε τρία άρτια ισορροπημένα αυτοτελή επεισόδια, η εικοστή τέταρτη και ίσως πιο μινιμαλιστική δημιουργία του Hong Sang-soo φαίνεται να θέλει να περιορίσει τα εκφραστικά και τεχνικά της μέσα στα άκρως απαραίτητα, παραδίδοντάς μας ένα αριστοτεχνικό και ευχάριστο διαλογικό τρίπτυχο. Θέτοντας την περιπλανόμενη Ghamee (τη σταθερή του μούσα Kim Min-hee) στο επίκεντρο της κάθε ιστορίας, η ταινία εστιάζει κυρίως στη δική της διακριτική περιέργεια και ως ένα βαθμό αφύπνιση, παρόλο που οι υποκειμενικές οπτικές των επεισοδίων μετατοπίζουν το βλέμμα και το ενδιαφέρον του θεατή περισσότερο στις γυναίκες με τις οποίες συνομιλεί παρά στην ίδια. Πρόκειται εξάλλου για γυναίκες εμφανώς ωριμότερες από την ηρωίδα, η οποία φαίνεται να απορροφά κάθε φορά κάτι από τη δική τους οπτική και κοσμοθεωρία,  διατηρώντας ωστόσο και μια προσωπική ελευθερία κινήσεων, όπως επιβεβαιώνεται από την τελευταία σκηνή της ταινίας. (ενδεχομένως κι από τον τίτλο).
Μέσα από αυτές τις διαδοχικές μετατοπίσεις και τις γνωστές στο έργο του Sang-soo επαναλήψεις ή ανεπαίσθητες παραλλαγές σκηνών ή τμημάτων της αφήγησης ,- μιας αφήγησης εδώ γραμμικής και εξαιρετικά απλής σε σύγκριση με παλιότερες ταινίες του-, ό,τι αναδεικνύεται είναι η αλληλεπίδραση των γυναικών αλλά και η κοινή στάση τους απέναντι στην “τοξικότητα” του ανδρικού φύλου. Γιατί μπορεί οι άντρες να κάνουν ένα σύντομο πέρασμα, στο τέλος κάθε επεισοδίου (και μάλιστα με την πλάτη στην κάμερα), η παρουσία τους όμως είναι χαρακτηριστική και κάθε άλλο παρά τιμητική, αφού ο ρόλος τους παραμένει σταθερά ενοχλητικός. Είναι οι στιγμές αυτές, πλάι σε εκείνες των αντιφάσεων (ενδεικτική η συζήτηση για τη χορτοφαγία) αλλά και των επαναλήψεων από τις οποίες πηγάζει το χιούμορ της ταινίας. Ένα χιούμορ λοξό και δηκτικό, κάποιες φορές και αυτοσαρκαστικό (στην περίπτωση του άντρα-συγγραφέα) που δίνει τον τόνο στο χρωματικά άτονο, σχεδόν χλωμό σκηνικό τοπίο. Και που εκτινάσσεται κάποια στιγμή σε ξεκαρδιστικό γέλιο, όταν με αφορμή την απρόσκλητη εμφάνιση του πρώτου άντρα (ενός γείτονα), το χαρακτηριστικό ζουμ του σκηνοθέτη εστιάζει αυτή τη φορά σε μια αδέσποτη γάτα. Πρόκειται για μία από τις ευτυχέστερες κινηματογραφικές σκηνές με πρωταγωνιστές το συμπαθές τετράποδο, όχι μόνο για τη δεινότητα της διαλεκτικής αντιπαράθεσης που προηγείται- και παραμένει εντούτοις στα πλαίσια μιας comme il faut συζήτησης-, αλλά για το υποκριτικό ταλέντο του ίδιου του ζωντανού. Απόδειξη ότι όλα μπορούν να συμβούν στο διερευνητικό αλλά και απίστευτα χαλαρό κινηματογραφικό σύμπαν του κορεάτη δημιουργού.  

της Καλλιόπης Πουτούρογλου [Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.]