(Silence)
του Masahiro Shinoda
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_chinmoku.jpg

Με συνεργασία του ίδιου του Shūsaku Endō στο σενάριο, ο μεγάλος Ιάπωνας δημιουργός Masahiro Shinoda σκηνοθετεί το σπουδαίο μυθιστόρημα «Σιωπή» (1966) και το στρέφει προς την προβληματική όχι μόνο του μυθιστορήματος αλλά και αυτής της εργογραφίας του ιδίου που δεν είναι άλλη από τη σύγκρουση του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος απέναντι στο άτομο και τις ορμές του σε παράλληλη τροχιά διερεύνησης της έννοιας της «ιαπωνικότητας».
Την περίοδο Tokugawa και αφού από το 1614 έχει απαγορευτεί ο Χριστιανισμός στην Ιαπωνία, δύο Πορτογάλοι πατέρες, ο Rodriguez και ο Garrpe, αναζητούν τον μέντορά τους Πατήρ  Ferreira. Αυτός έχει «εξαφανιστεί» και διάφορες φήμες τον φέρουν να έχει απαρνηθεί τον Χριστιανισμό. Η «αποστασία» του Πατήρ Ferreira δημιουργεί τις πρώτες ρωγμές στην πίστη του Rodriguez, ο οποίος βιώνει σταδιακά τις σκοτεινές όψεις του ζητήματος της πίστης σε αντίξοες και εχθρικές συνθήκες, σε ευθύ παραλληλισμό εδώ με τα Πάθη του Ιησού. Με τα χτυπήματα στους αυτόχθονες Χριστιανούς να διαδέχονται το ένα το άλλο (πχ η σταύρωση εντός της θάλασσας) μέχρι και τον πνιγμό του Garrpe, η πίστη του Rodriguez θα σκοτεινιάσει και θα κυριευθεί από την κοσμοεικόνα του «έτερου» τόπου (με την κόκκινη ενδυμασία ο ταλαιπωρημένος Rodriguez θα «ενωθεί» εικονικά με την τελετουργία του δαίμονα-ιερέα με το λαμπερό πορφυρό ένδυμα στα απέραντα και καταπράσινα λιβάδια).
Αυτό που χαρακτηρίζει την άποψη του Shinoda, ειδικά στο πρώτο μέρος, είναι η έμφαση στο επιβλητικό αλλά και αφιλόξενο τοπίο. Η αγριάδα της Ιαπωνικής υπαίθρου μετατρέπεται σε σημαινόμενο της πολιτισμικής κυριαρχίας επί του Χριστιανισμού αλλά και σε εμφατική υπογράμμιση της «σιωπής» του Θεού. Το πρώτο μέρος λοιπόν όπου αναζητείται ο Πατήρ Ferreira συγκροτείται με εντυπωσιακά πλάνα της υπαίθρου –σωστά σε «διάρκεια» – υποβαθμίζοντας τα λόγια του Sebastian Rodriguez (στα συν της ταινίας ότι ο David Lampson μιλάει ιαπωνικά), απελπισμένου σχεδόν, εξουθενωμένου και ήδη ενδεδυμένου (με το ωραιότατο yukata) με την ιαπωνική περιβολή. Τα μαρτύρια των χριστιανών Ιαπώνων κάμπτουν εν μέρει το ηθικό του μέχρι αυτό να συνθλιβεί ολοκληρωτικά, πέρα από τα βασανιστήρια τα οποία ό ίδιος υφίσταται, από την ομολογία του Ferreira. (Πολύ επιτυχημένη και ευρηματική η επιλογή Ιάπωνα ηθοποιού με βαρύ μακιγιάζ στο ρόλο του Ferreira –πλήρης η «ιαπωνοποίηση» του μοναχού.)
Ο Shinoda περιορίζεται σε δύο σκηνές μόνο ποδοπατήματος των fumi-e. Πρώτα στη σκηνή της δεμένης στον στύλο Kiku όταν αυτή αναγκάζεται να βεβηλώσει την ιερή εικόνα στη θέα του θαμμένου μέχρι το λαιμό στο χώμα ανδρός της, έτοιμου να ποδοπατηθεί ο ίδιος από τον καβαλάρη-βασανιστή (ευρηματικότατη εδώ η αντιπαραβολή ποδοπατήματος των «λατρεμένων» «προσώπων» [Ιησούς – σύζυγος της Kiku]) και δεύτερον, στη σκηνή εξαναγκασμού του Rodriguez από τους Ιάπωνες άρχοντες. Και στις δύο σκηνές ο Shinoda προσθέτει μια αμυδρή αλλά υπαρκτή πινελιά αισθησιασμού –πρώτα δική του προς την όμορφη σύζυγό του (Shima Iwashita) η οποία υποδύεται την Kiku και έπειτα μία άλλη στραμμένη προς την εμφανή ηδονιστική ικανοποίηση του Ιάπωνα φεουδάρχη όταν αυτός διατάσσει και παρακολουθεί τη πράξη βεβήλωσης από τον ηττημένο Rodriguez. (Γενικότερη μάλλον, όπως τεκμαίρεται ιστορικά, η σαδομαζοχιστική έλξη των Ιαπώνων προς τη Χριστιανική αυταπάρνηση.
Στην τελευταία σεκάνς ο Shinoda καταφεύγει στα αγαπημένα του μοντερνίστικα «παγώματα» και αυτό του επιτρέπει να αποτυπώσει ως ηθικό απόσταγμα την ολοκληρωτική απο-ηθικοποίηση του Rodriguez, καθώς χυμάει σα θηρίο, υπόδουλος της σεξουαλικής του ορμής, –τώρα όμως πολιτισμικά «νομιμοποιημένης» στο νέο κοινωνικό πλαίσιο– πάνω στην έγκλειστη Kiku.
Με άλλοτε φλογισμένη κι άλλοτε σκοτεινιασμένη κάμερα (από τον διευθυντή φωτογραφίας που εργάστηκε συστηματικά με τον Mizoguchi, Kazuo Miyagawa), η ταινία του Shinoda, ειδικά στο πρώτο μέρος της περιπλάνησης, έχει ξεζουμίσει υπαρξιακά το πνευματικό απόθεμα του Rodriguez και συγκροτεί μια, όπως άλλωστε απαιτεί το θέμα, «βρώμικη» προσέγγιση –μακριά από σύγχρονα καρτ ποστάλ πλάνα και εύκολα «κοντινά» όπως στην πρόσφατη εκδοχή του Scorsese– στο ζήτημα της σχέσης «πνευματικότητα-υλικότητα» με τα «άκρα» της να κεντρίζουν τα θεμελιώδη ηθικά, κοινωνικά, θρησκευτικά αλλά και ερωτικά ταμπού, ακόμα και του σύγχρονου θεατή.

Σπύρος Γάγγας

Chinmoku / Silence (Masahiro Shinoda, Japan, 1971)