των Ivan Ostrochovský & Pavol Pekarčík
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_photophobia.jpg

Ουκρανία. Σε μία πόλη, έξω από ένα μισοκατεστραμμένο κιόσκι, ένα συνεργείο προσπαθεί να διορθώσει τις βλάβες στο δίκτυο ηλεκτρικού ρεύματος . Ξαφνικά, εκκωφαντικοί ήχοι από βόμβες ακούγονται κι οι εργάτες τρέχουν έντρομοι να κρυφτούν. Λίγο πιο πέρα στο δρόμο η ροή των αυτοκινήτων σταματάει. Μόλις οι ήχοι από τις βόμβες σταματήσουν ο υπεύθυνος του συνεργείου καλεί τους εργάτες να βγουν έξω και να συνεχίσουν τις εργασίες. Η ροή των αυτοκινήτων στο δρόμο αποκαθίσταται.
Αυτό το μικρό αλλά τόσο τυπικό επεισόδιο του πολέμου, αποτελεί μια εξαίρεση για την ταινία Photophobia: η ταινία διαδραματίζεται υπογείως, μέσα σ’ ένα σταθμό του μετρό του Kharkiv, καταφύγιο για τους αμάχους της πόλης.
Η κάμερα, σταθερή, παρατηρεί και καταγράφει σκηνές της υπόγειας ζωής και της καθημερινότητας των προσφύγων. Στο κέντρο της προσοχής βρίσκεται ένας 12χρονος , ο Nikita και η οικογένεια του: ο πατέρας, η μητέρα και η μικρή του αδελφή, η Anya.
Μοναδικό τεκμήριο της ζωής μέσα στον πόλεμο, στα καταφύγια υπό τον ήχο των σειρήνων, η αφήγηση ακολουθεί την υπόγεια ζωή της οικογένειας, αλλά και τη σχέση του Nikita με την συνομήλική του Vika. Οι σκηνοθέτες παρακολουθούν την καθημερινότητα αυτών των δύο παιδιών, τα παιχνίδια, τη φιλία τους.
Οι πρώτοι μήνες της ζωής στα καταφύγια του πολέμου. Ο εγκλεισμός στο υπόγειο και οι επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών. Το παιδικό παιχνίδι μέσα στον εγκλεισμό. Ειδήσεις για φίλους και γνωστούς νεκρούς, θύματα των πολεμικών συγκρούσεων. Οι αφηγήσεις της εμπειρίας του πολέμου, ιστορίες επιβίωσης, ιστορίες τραυματικές.
Ένα παιδικό παιχνίδι, ένα Viewmaster, δίνει την αφορμή για να εμφανισθούν να παρουσιαστούν, εν είδει slideshow, στον θεατή οι εικόνες του εξωτερικού, του πάνω κόσμου: εικόνες μιας όχι και τόσο ειδυλλιακής ζωής. Ένθετες εικόνες, εν είδη παλαιών polaroid, αποχρωματισμένες, ως ένα «πειραγμένο» home movie. Σκηνές από την εξοχή της Ουκρανίας, παιδιά που παίζουν και στο βάθος ένα βομβαρδισμένο σπίτι που καίγεται. Πορτρέτα ανθρώπων που ο τύπος αποκαλεί άμαχο πληθυσμό, οι πρόσφυγες του πολέμου. Οι εικόνες από το Viewmaster δεν είναι παρά η σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα του πολέμου που υπάρχει πάνω από το έδαφος: κατεστραμμένα σπίτια, φωτιές, αλλά και τα πρόσωπα των κατοίκων της Ουκρανίας που υπομένουν με στωικότητα τις συνέπειες.
Υβριδική στη φύση της, η ταινία κινείται στα λεπτά και δυσδιάκριτα όρια μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Ό,τι υπάρχει στο φόντο, πέρα από την εμπειρία του πολέμου είναι και κάτι επιπλέον, άξιο επισήμανσης: Η μεταλλαγή και η μεταμόρφωση ενός τόπου, που από χώρος διερχομένων και χώρος συνεχούς κίνησης γίνεται τόπος ακινησίας, τόπος κατοικίας. Είναι μια ανοικείωση του χώρου: μέσα σ’ ένα οικείο και όσο τυπικό σταθμό μετρό, με τις αποβάθρες επιβίβασης, τις μπάρες ελέγχου εισιτηρίων, τις τουαλέτες , τα καθίσματα αναμονής τοποθετούνται όλα τα αντικείμενα ενός εσωτερικού χώρου κατοικίας όχι μόνο μίας οικογένειας, αλλά για πολλές: ο χώρος μεταλλάσσεται σε έναν τεράστιο εσωτερικό χώρο κατοικίας. Όμως, παρ’όλα αυτά ο χαρακτήρας του δημοσίου που ενυπάρχει σ’ αυτόν τον τόπο δεν εξαλείφεται: Καμία ιδιωτικότητα για όσους διαμένουν εκεί.
Οι μόνες στιγμές αληθινής ιδιωτικότητας είναι οι στιγμές που οι δύο φίλοι, ο Nikita και η Vika, βρίσκονται μόνοι τους: εδώ αναπτύσσονται οι οικειότητες ενός παιδικού έρωτα. Το τελευταίο πλάνο της ταινίας δείχνει τους δύο μικρούς φίλους στην είσοδο του σταθμού να απολαμβάνουν τις ακτίνες του ήλιου που πέφτουν στα πρόσωπά τους. Μια στιγμή ελπίδας μέσα στο ζόφο του πολέμου…

Φεστιβάλ Βενετίας 2023 / Giornate degli Autori