( Η ανατομία μιας πτώσης)
της Justine Triet
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_anatomie-d-une-chute.jpg

Σ’ ένα απομονωμένο σαλέ, κάπου στις χιονισμένες γαλλικές Άλπεις, η διάσημη Γερμανίδα συγγραφέας Σάντρα αναγκάζεται να διακόψει μια συνέντευξη επειδή ο Γάλλος άνδρας της, Σαμουέλ, βάζει πολύ δυνατά μουσική. Λίγο αργότερα, τον Σαμουέλ βρίσκει νεκρό κοντά στην είσοδο του σαλέ ο 11χρονος και σχεδόν τυφλός γιος του ζευγαριού, Ντανιέλ, επιστρέφοντας απ’ τη βόλτα με τον σκύλο του. Η πτώση που προκάλεσε το θάνατο του Σαμουέλ μπορεί να ήταν φόνος, αυτοκτονία ή ατύχημα, φέρνει, όμως, στο εδώλιο ως κατηγορούμενη τη γυναίκα του, Σάντρα.
Δικαστικό κι οικογενειακό δράμα μαζί, αλλά και ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία μυστηρίου, η εξαιρετική και σφιχτοδεμένη Ανατομία μιας πτώσης της Ζιστίν Τριέ, επάξια βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα στις φετινές Κάννες, παίζει συνεχώς με το διφορούμενο, τέμνοντας κι ανατέμνοντας με ακρίβεια κι ευστοχία την περίπλοκη σχέση του ζευγαριού και τους μηχανισμούς ανταγωνισμού κι εξουσίας που την διέπαν, προσθέτοντας στην εξίσωση την έμφυλη διάσταση, αλλά κι εκείνη του ξένου, ακόμα και της ξένης γλώσσας. Ακολουθώντας κυρίως την οπτική της πρωταγωνίστριας, που παραμένει εσκεμμένα αδιαφανής και μοιάζει εξίσου με θύμα και θύτη, η ταινία επιβάλλεται στο θεατή με τη στιβαρή της σκηνοθεσία, και την στέρεα αφήγηση, την καθαρότητα των πλάνων της, και τον τρόπο που μπερδεύει το αστυνομικό δαιμόνιο του θεατή, αποδεικνύει, όμως, την αξία της, ακριβώς τη στιγμή που υπερβαίνει το «ποιος το έκανε» και πραγματεύεται, από μια απρόσμενη σκοπιά, το πώς αποφασίζουμε, για το τι είναι αλήθεια.
Χωρίς τον μαγικό τρόπο του Ρασομόν που συνδέει αριστουργηματικά το φευγαλέο της αλήθειας με τη φαυλότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ή τη συνωμοτική γοητεία του Χίτσκοκ που χαρίζει στον ξεγελασμένο του θεατή μια ατράνταχτη αλήθεια, αλλά με μια πολύ πιο γήινη και σχεδόν τεχνοκρατική αποφασιστικότητα, η ταινία (το σενάριο της οποίας έγραψε η Τριέ μαζί με τον Αρτίρ Αραρί), παίζει αρχικά με την «τυφλότητα» του θεατή, που όπως κι ο Ντανιέλ, βρίσκεται σε μια θέση άγνοιας, αντίστοιχη με την υπαρξιακή ανθρώπινη θέση, και καλείται να συμπληρώσει τα κενά αυτού που δεν βλέπει ή λείπει, όχι για να του προσφέρει αργότερα το χαμένο κομμάτι του παζλ και να τον βγάλει απ’ το αδιέξοδο, αλλά για να του δείξει πως η αλήθεια, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν είναι κάτι που βρίσκουμε, αλλά που αποφασίζουμε, υπακούοντας σε μια αίσθηση πρακτικότητας ή και σε κριτήρια χρησιμότητας έως και χρηστικότητας για το ότι η ζωή μας πρέπει να προχωρήσει.
Κατ’ αυτή την έννοια, όποιος αντιδρά σ’ αυτό τον τρόπο προχωρήματος, είναι μάλλον καταδικασμένος σε πτώση, όπως ο Σαμουέλ, που, δεν αρνιόταν μόνο να συγχωρέσει τον εαυτό του για το ατύχημα του Ντανιέλ ή που δεν τα κατάφερνε εξίσου καλά με τη Σάντρα (όπως θα περίμενε η κοινωνία από έναν άνδρα!), αλλά κυρίως αρνιόταν να επιλέξει μια οποιαδήποτε αλήθεια με την οποία θα συνέχιζε – το μυθιστόρημα και τη ζωή του. Η παραίτησή του αυτή ήταν και η μεγαλύτερη αμαρτία του – κι αυτή ενάντια στην οποία ο Ντανιέλ τελικά αποφασίζει. Αντίθετα η Σάντρα, αθώα ή μη, είναι ένα είδος αρπακτικού της ζωής που ξέρει να παίρνει απ’ όλους αυτό που χρειάζεται, από τον Σαμουέλ την ιδέα που της λείπει, απ’ τον ερωτοχτυπημένο δικηγόρο Βενσάν την καλύτερη δυνατή υπεράσπιση κι απ’ το γιό της την ανάμνηση που θα της σώσει την ζωή, ανεξάρτητα απ’ το αν ισχύει ή όχι.
Το άβολο συναίσθημα με το οποίο θα μείνει στο τέλος ο θεατής, ενώ η ταινία υποτίθεται πως του έχει απαντήσει, μοιάζει μ’ αυτό που μας δημιουργεί μερικές φορές κι η ζωή, όταν δεν μας δίνει αυτό που θέλαμε, αλλά μας ωθεί να προχωρήσουμε συμβιβαζόμενοι μ’ αυτό που λείπει.