(Βυθισμένα πρωϊνά)
του Lauro Antonio

Το καταπιεστικό περιβάλλον μιας ιερατικής σχολής είναι το πλαίσιο μέσα στο όποιο αναπτύσσεται η ιστορία της ταινίας. Κεντρικό πρόσωπο σ' αυτήν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Antonio. Η καταπίεση στο οικοτροφείο, οι κοινωνικές ανισότητες, η συντροφικότητα, η φιλία, οι επιθυμίες του σώματος, η αγάπη: η υπόθεση της ταινίας έχει στο κέντρο της την ανακάλυψη του αληθινού κόσμου από τον νεαρό ήρωα, τη συνειδητοποίηση του. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ζώνες του φωτός και του σκότους σημαδεύουν τον ήρωα, καθώς αυτός ανακαλύπτει έκπληκτος τον εαυτό του και τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει.
Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Vergilio Ferreira, ενός σύγχρονου Πορτογάλου συγγραφέα, η ταινία του Lauro Antonio αφηγείται τις περιπέτειες του νεαρού ήρωα ως έναν εφιάλτη. Πέρα όμως απ' αυτόν τον εφιάλτη, ο θεατής μπορεί να αναγνωρίσει και μια αλληγορία για το καθεστώς του Salazar.
Δ.Μ.

Ο σκηνοθέτης Lauro Antonio δηλώνει: "Ποτέ δεν πήγα σε ιεροδιδασκαλείο ή οικοτροφείο και η μόνη εμπειρία που έχω σχετική με το να είσαι σε περιορισμό, είναι οι έξι μήνες που υπηρέτησα ως νεοσύλλεκτος στον στρατό. Όμως, από τότε που ήμουν στην εφηβεία, αυτοί οι κλειστοί χώροι, όπου τα πάντα ήταν δυνατά να συμβούν, με προκαλούσαν τρόμο.
Όταν ήμουν πολύ νέος, παρ' όλα αυτά, είχα γοητευθεί από το μυθιστόρημα του Vergilio Ferreira, Manha Submersa, το οποίο περιγράφει ακριβώς αυτήν την ατμόσφαιρα των κλειστών χώρων. Το είδα όμως μέσα από μια ευρύτερη οπτική, μιας κοινωνίας ή μιας χώρας που υπομένει την αυστηρότητα ενός δικτάτορα -και ο οποίος δικτάτορας ευνουχίζει τη επιθυμία επιβάλλοντας ένα δεσποτικό πατερναλισμό.
Και έτσι όταν κατάφερα να κάνω την πρώτη μου ταινία, διάλεξα αυτό το μυθιστόρημα με το οποίο είχα ταυτιστεί και το οποίο θα ήθελα πραγματικά να το γράψω εγώ".