του Stéphane Delorme
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_le-livre-d-image.jpg

Τα χρόνια αυτής της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα ήταν Ωραία και Τρομερά. Ωραία γιατί ο κινηματογράφος ήξερε πώς να συναντηθεί με την ιστορία, ήξερε να ανανεωθεί γνώριζε τον τρόπο να είναι πάντα εδώ μαζί μας.
Τα χρόνια της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα ήταν και Τρομερά. Τρομερά γιατί η ιστορία άρχισε να βυθίζεται σαν ένα τρένο μέσ’ στη νύχτα και να χάνεται δίχως να ξέρουμε αν θα φτάσει το φώς για μπορέσουμε να τροχοδρομήσουμε αυτήν την ιλιγγιώδη επιτάχυνση. Στις αρχές της δεκαετίας, σε σημαντικές ταινίες όπως Habemus Papam, Melancholia, 4:44 Last day on earth γίνεται λόγος για το τέλος του κόσμου. Και η δεκαετία τελειώνει με ταινίες εξέγερσης εξέγερσης στο χείλος του γκρεμού: (Le Livre d’Image, Parasite, Les Misérables). Όλα τούτα προσδίδουν στον κινηματογράφο τον χαρακτήρα του επείγοντος γιατί αυτός καλύτερα και περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη μπορεί ακόμα να αντηχεί από ό,τι ζούμε.
Τα χρόνια της δεκαετίας του 2010 ήταν χρόνια βαθύτατης αμφισβήτησης της μέχρι τότε θέσης του κινηματογράφου. Γα πρώτη φορά στο κέντρο των εικόνων δεν βρίσκεται πια ο κινηματογράφος. Τα βίντεο στο Ιντερνέτ και οι σειρές στις πλατφόρμες τον εκθρόνισαν από το συλλογικό φαντασιακό, από τις καθημερινές συνήθειες και πρακτικές, από τις συζητήσεις στα διάφορα στέκια. Ως και στο κέντρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που εξακολουθεί να μοιάζει με κινηματογράφο ( και γνωρίζουμε καλά τα πολλαπλά του πρόσωπα) και αυτό που συνεχώς απομακρύνεται απ’ ό,τι λέμε κινηματογράφο για να γίνει ένα με το οπτικοακουστικό continuum της βιομηχανίας της διασκέδασης. Ο Martin Scorcese σε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στους New York Times, λυπόταν και θεωρούσε απαράδεκτο το ότι στο Χόλλυγουντ ο κινηματογράφος έχει πάψει να θεωρείται τέχνη και τ’ έβαζε με τις ταινίες της Marvel, κάτι που του κόστισε ατελείωτες προσβολές.
Τοποθετώντας στις δύο πρώτες θέσεις των προτιμήσεων μας δύο σειρές (Twin Peaks, P’tit Quinquin) γίνεται φανερό ότι ο διαχωρισμός που κάνουμε είναι από τη μια, ταινίες και σειρές που συνεχίζουν να μιλούν τη γλώσσα του κινηματογράφου (που γνωρίζουν από σκηνοθεσία, μοντάζ, πλάνο, ρεαλισμό, ηθοποιία, κλπ κλπ. Βλέπε τεύχος Cahiers du Cinéma Μάρτιος 2018 Pourquoi le cinéma?, Γιατί ο κινηματογράφος; ), και από την άλλη, ταινίες και σειρές που αυτό που κάνουν είναι storytelling, προμηθεύοντας τους θεατές /χρήστες με «περιεχόμενα»/ «contenus», «περιβάλλοντα»/«univers» και «πληροφορίες». Όταν ακόμα και οι ίδιες οι λέξεις αλλάζουν δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε το ενδεχόμενο μιας μετάλλαξης.
Ο κινηματογράφος ωστόσο συνέχιζε να επινοεί και μάλιστα αυτή η δεκαετία αποδείχθηκε πιο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη. Μας έκανε πλούσια δώρα εκεί που δεν το περιμέναμε. Ποιός θα φανταζόταν, ακόμα και στα πιο τρελά του όνειρα, την επιστροφή του Twin Peaks, και μάλιστα σε τέτοιο μέγεθος; Ποιός το φανταζόταν ότι ο Dumont θα γινόταν ένας κωμικός δημιουργός  με το P’tit Quinquin;  Ότι ο Carax μετά από δεκατρία χρόνια απουσίας θα επέστρεφε με την ωραιότερη του ταινία; Υπήρξαν υπέροχες αιφνιδιαστικές στιγμές, η στιγμή Kim Min-hee του Hong Sang-soo, ενός συντρόφου που έδινε το παρόν πολλές φορές το χρόνο, η επιστροφή του Almodóvar με τα ωραιότερα του μελό, την Julieta και το Dolor y Gloria, η κορυφαία στιγμή του Toni Erdmann της Maren Ade, η ασπρόμαυρη τριλογία του Garrel και η έγχρωμη τριλογία του Lars von Trier, που σε αυτή τη δεκαετία υπογράφει τις τρείς καλύτερες του ταινίες. Είχαμε και την επιστροφή του Shyamalan χάρη στον παραγωγό Jason Blum. Πολλοί ήταν και οι γηραιότεροι κινηματογραφιστές που έδωσαν τα ρέστα τους χαρίζοντας μας ίσως τις τελευταίες τους αναλαμπές. Οι νέοι, φρόνιμοι προς το παρόν, μα πολυάριθμοι, θα μπορέσουν, μπορούν, δεν μπορεί παρά να βρουν, βρίσκουν εν τέλει την ενέργεια και την έμπνευση για να μπορέσουν. Είναι αυτοί άλλωστε που, όπως γίνεται πάντα, έσπασαν τους κανόνες και χάρη σε αυτούς μαζί τους διασχίσαμε τη δεκαετία. Κινηματογραφιστές που μένουν στη γωνιά τους, στην Ελβετία, στην Ταϊλάνδη, στο Βερολίνο, στους αμμόλοφους της Φλάνδρας, στο σπηλαιώδες υπόγειο ενός σπιτιού στο Los Angeles ή δεν ξέρουμε ακριβώς που: βλέπε Carax. Δεν είναι οι κινηματογραφιστές του κινηματογραφικού χώρου που επανδρώνουν τις επιτροπές η τα δείπνα είναι οι ερημίτες, οι ρέμπελοι και οι εξεγερμένοι. Καμιά σχέση με φαντασιώσεις τύπου writing room και τυποποιημένα προϊόντα υποταγής στην αγγλοσαξονική δικτατορία. Στους καταθλιπτικούς καιρούς την ώρα που η τέχνη απειλείται με εξαφάνιση γιατί είναι απρόβλεπτη, ελεύθερη κι επικίνδυνη υπάρχουν ευτυχώς ποιητές.
Κάτι ακόμα που δίνει ελπίδα σε τούτο το τέλος της δεκαετίας είναι η εμφάνιση μορφών bigger than life, μια που και η ιστορία έχει γινει bigger than life. Σκεφτόμαστε ολοένα και λιγότερο σε κλίμακα προσώπων και ολοένα και περισσότερο σε κλίμακα λαών. Πράγμα που διόλου δεν σημαίνει πως θα πρέπει να ξεχάσουμε τις τόσο ουσιαστικά απαραίτητες οικείες προσωπικές ιστορίες (οι υπέροχες σε πρώτο πρόσωπο ταινίες του Almodóvar, του Garrel, του Μoretti έτσι κι αλλιώς διέπονται από το πνεύμα των καιρών). Αλλά είναι αλήθεια ότι έχουμε ανάγκη από μυθοπλασίες και μεταφορές που να ανταποκρίνονται στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε: εξορισμένοι από την οικεία προσωπική μας σφαίρα βουλιαγμένοι σε έναν κόσμο απορρυθμισμένο, πάνω σε μια γη σε αναστολή. Ο κινηματογράφος την αυγή της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μπορεί να δώσει μια νέα ώθηση μια νέα ορμή, και για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη του Scorcese - που ορίζει τόσο την επιθυμία διακινδύνευσης όσο και το αισθητικής, συγκινησιακής μα και υπαρξιακής τάξης κινηματογραφικό συμβάν-, ο κινηματογράφος μοιάζει να μπορεί να “ηλεκτρίσει” ξανά.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cahiers du Cinéma No 761, Τεύχος Δεκεμβρίου 2019. Απόδοση στα ελληνικά Αντα Κλαμπατσέα )