(μια ανάρτηση στο Facebook)

 b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_ida-lupino.jpg

Michel Demopoulos 
Ανάρτηση στις 26 Αυγούστου 2018

Film Noir στο Σινέ Αιολία
Πανέμορφη σινεφίλ βραδιά τις προάλλες στο Σινέ Αιολία , το δημοτικό θερινό της Καισαριανής, με double bill πρόγραμμα αφιερωμένο στο φιλμ νουάρ (και μάλιστα με ελεύθερη είσοδο) . Τις ταινίες τις ξέραμε αλλά τις ξαναβλέπαμε με πολύ κέφι ιδιαίτερα δε τέτοιες συνθήκες. Δυο b’movies σύντομης διάρκειας (γύρω στα 70’) , ελάχιστου προϋπολογισμού, χωρίς γνωστούς σταρ, που ξεχύνονται σαν σαρωτικό κύμα, χάρη στην εκφραστικότητα της γραφής τους, τη δραματουργική τους ένταση και τη ξεκάθαρη προσέγγιση των χαρακτήρων. Και επιπλέον, διαβολική σύμπτωση, τυχαίνει να συνδέονται μεταξύ τους με ένα κεντρικό σεναριακό νήμα αφοπλιστικά μοιραίο που δεν είναι άλλο από το μοτίβο του οτοστόπ ως μυθοπλαστικό τέχνασμα ( που κατάντησε μπαναλιτέ στα road movies από τότε) , πηγή υποβόσκουσας βίας και καθηλωτικού σασπένς. Στην ταινία της Άιντα Λουπίνο /Ida Lupino «Ο δολοφόνος της λεωφόρου» / The Hitch-Hiker (1953) όλα ξεκινάνε όταν οι δυο φουκαράδες που πάνε για ψάρεμα στο Μεξικό κάνουν το λάθος να πάρουν με οτοστόπ έναν ψυχοπαθή σήριαλ κίλερ ενώ στην «Παράκαμψη» / Detour (1945) του Έντγκαρ Τζ. Ούλμερ/ Edgar G. Ulmer συμβαίνει το αντίθετο, ο άφραγκος αντιήρωας ερωτευμένος πιανίστας, κάνει το λάθος ν’ ανέβει στην αμαξάρα ενός τζογαδόρου που, στη διάρκεια της διαδρομής για το Λος Άντζελες, του μένει στα χέρια στα καλά καθούμενα.
Έξοχη και φημισμένη πρωταγωνίστρια στις δεκαετίες ‘40 και ΄50, σε ρόλους δραματικούς όπου ξεχώριζε η ασυγκράτητη υπερευαισθησία της στα όρια της νεύρωσης, η Λουπίνο (1914-1995) ενσωματώθηκε άριστα στο σύμπαν μεγάλων δημιουργών όπως ο Ραούλ Γουόλς, ο Νίκολας Ρέι ή ο Φριτς Λανγκ πριν περάσει σχεδόν τυχαία (και με πρωτοφανές θράσος στο τότε Χόλιγουντ) από την άλλη μεριά της κάμερας. Από τις λιγοστές ταινίες που σκηνοθέτησε, «Ο δολοφόνος της λεωφόρου» είναι μάλλον η τελευταία, το μοναδικό φιλμ νουάρ γυρισμένο από γυναίκα και με αποκλειστικά αντρικούς χαρακτήρες ενώ οι προηγούμενες εστιάζονταν σε δράματα γυναικών με κοινωνικό πρόσημο που γύριζαν τη πλάτη στη τυπική χολιγουντιανή θεματογραφία. Η εμπλοκή στη πρωτότυπη ιστορία της ταινίας (βασισμένη σε πραγματικό περιστατικό) του αξιόλογου συγγραφέα και σεναριογράφου (κυνηγημένου από τον Μακαρθισμό) Ντάνιελ Μείνγουοριγκ -συνεργάτη του Λόουζυ, του Τουρνέρ και του Σίγκελ -προσδίδει φυσικά και μεταφορική διάσταση στο κλίμα παράνοιας που, με το μανδύα της νουάρ ατμόσφαιρας, πλανιέται στη ταινία και στις ΗΠΑ γενικότερα.
Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης του σινεμά, ο Έντγκαρ Τζ. Ούλμερ (1900-1972) , μια από τις πιο ανορθόδοξες και εκκεντρικές φιγούρες του παγκόσμιου κινηματογράφου που και η βιογραφία του ακόμα μοιάζει με θολό εποικοδόμημα, με μπορχεσικού τύπου κατασκευή . Αυστριακής καταγωγής, ασχολήθηκε καταρχήν στη Γερμανία με τη σκηνογραφία δίπλα τον Μαξ Ράινχαρτ και με τον Μουρνάου στην Αμερική δούλεψε ως βοηθός σκηνογράφου στην «Αυγή». Μετά αρχίζει η περιπλάνηση στις 4 γωνιές του πλανήτη με το γαϊτανάκι των αμέτρητων ταινιών low budget για διάφορες μειονότητες και κοινότητες της Αμερικής, Εβραίους, μαύρους, Ουκρανούς, μέχρι και ταινίες για γυμνιστές, κλπ, ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους, γύρω στις 45 (ο ίδιος, αθεράπευτος παραμυθάς, δήλωνε στον Μπογκντάνοβιτς, ότι είχε γυρίσει πάνω από130 ταινίες, πολλές με ψευδώνυμο) . Ήταν ο «αυτοκράτορας των b’movies», ξεπεταγμένες με πενταροδεκάρες και σε χρόνο ρεκόρ. Ανάμεσα τους και μερικά διαμάντια όπως «Ο μαύρος Γάτος» (1934) , το «Λουλούδι της συμφοράς» (1946) με τη Χέντι Λαμάρ, το γουέστερν «Η γυμνή αυγή» (1955) και «Η παράκαμψη» (γυρισμένη κατά τον σκηνοθέτη μέσα σε 6 μέρες, αλλά η κόρη του και νεώτεροι ιστορικοί αποκάλυψαν με στοιχεία ότι το γύρισμα κράτησε ένα μήνα) που, με τα χρόνια, έγινε εμβληματική του μοναδικού ύφους του Ούλμερ, της εικονοκλαστικής πλαστικότητας του και μιας ονειρικής ατμόσφαιρας που ξεφεύγει ριζικά από τις κωδικοποιημένες χολιγουντιανές αφηγηματικές συμβάσεις του φιλμ νουάρ παρότι τηρεί τους πυλώνες του είδους όπως είναι η απαισιοδοξία του «ήρωα» ή η μοχθηρότητα της φαμ φατάλ.

 

* Ο Μισέλ Δημόπουλος / Michel Demopoulos είναι κριτικός κινηματογράφου. Υπήρξε αρχισυντάκτης και διευθυντής του θρυλικού περιοδικού “Σύγχρονος Κινηματογράφος”, καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1991-2004) και προγραμματιστής, μαζί με τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, της Κινηματογραφικής Λέσχης στην κρατική τηλεόραση. Σήμερα δουλεύει σε εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, είναι μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής στο Lisbon & Estoril Film Festival και ιδρυτικό μέλος των βραβείων LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.