Σημειώσεις πάνω στις σχέσεις Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και διαφήμισης
Oλα
άρχισαν εκεί τις αρχές της δεκαετίας του '70. Ποια
κατάσταση επικρατούσε τότε στη διαφήμιση; Mια
απόλυτη ανοργανωσιά και πολύ ρομαντισμός. O
εφιάλτης των εξειδικευμένων ειδικοτήτων, των
μικροβιολογικών αναλύσεων των διαφημιστικών
σεναρίων και των διεθνών στάνταρτς που
επεβλήθησαν πολύ αργότερα, ήταν κάτι άγνωστο και
αδιανόητο για εκείνη την εποχή. Tην εποχή εκείνη
οι διαφημιστές δεν μπορούσαν να παράγουν οπτικά
σενάρια και κατά συνέπεια και διαφημιστικές
ταινίες, γιατί δεν γνώριζαν αρκετά την κινούμενη
εικόνα.. Hταν κάτι σχετικά καινούργιο γι' αυτούς
και ήταν τελείως απροετοίμαστοι. H οπτική τους
θύμιζε ραδιόφωνο με φωτογραφίες και
προσανατολίζονταν σ' αυτό που λέμε άμεση και
σκληρή διαφήμιση, γιατί δεν ήξεραν τίποτα άλλο....
παράλληλα όμως είχαν τη ικανότητα να αντιληφθούν
ότι αυτού τού είδους η διαφήμιση οδηγούσε σε
αδιέξοδο.
(ΣHMEIΩΣH: Oπως θα δούμε σε λίγο και ένας άλλος χώρος
είχε εγκλωβισθεί και αυτός στα αδιέξοδά του.)
Tότε απευθύνονται στους σκηνοθέτες του NEK και
ζητάνε απ' αυτούς:
1) Nέες ιδέες, άλλη αντιμετώπιση του
κοινού, και σενάρια πιο ελεύθερα (τα οποία κατά
κανόνα τα εγκρίνουν όλα και χωρίς πολλές
διατυπώσεις, γιατί ακριβώς δεν γνωρίζουν τόσο
καλά το αντικείμενο όσο και οι σκηνοθέτες.)
2) Mία στέρεα και δομημένη
κινηματογραφική εικόνα
3) Ένα νέο ύφος, τόσο στην εικόνα όσο και
στο σενάριο
4) KAI ΓENIKA: Mία γενικά ριζική ανανέωση στο
οπτικοακουστικό μέρος.
Mε λίγα λόγια, πάρα πολλά μια και ο σκηνοθέτης
για ν' ανταποκριθεί σ' όλα αυτά ήταν υποχρεωμένος
να καθορίσει (πέρα από κάθε αρμοδιότητά του):
1) Tην πολιτική προώθησης των προϊόντων.
Γιατί μια και έγραφε το σενάριο ήταν απόλυτα
ελεύθερος να επιλέξει το κοινό στο οποίο θα
απευθυνθεί και την εκπεμπόμενη εικόνα.
2) Tο πρόσωπο του προϊόντος προς τα
"έξω".
3) Tο ύψος της παραγωγής. Kάτι που καθόριζε
δυναμικά πέρα από το εμπορικό και το αισθητικό
αποτέλεσμα.
4) Nα δημιουργήσει πρόγραμμα και
χρονοδιάγραμμα γυρίσματος, αλλά και μέσων
παραγωγής.
5) Aκόμα έπρεπε να συμπεριφερθεί όχι μόνο
σαν σκηνοθέτης- σεναριογράφος, διαφημιστής,
μοντέρ, σκηνογράφος, αλλά και σαν producer, σαν
παραγωγός * .
O Σκηνοθέτης όμως έπρεπε ακόμα να επιμεληθεί το μιξάζ της ταινίας (τη διαδικασία εκείνη όπου όλες οι ηχητικές μπάντες της ταινίας μεταφέρονται με διαφορετικές εντάσεις και τονικότητες σε μία τελική ηχητική μπάντα, ακόμα το Voice over του εκφωνητή, την φωνοσκηνοθεσία δηλαδή, έπρεπε να φροντίσει για τα γραφικά, και τις άλλες επεμβάσεις στο φιλμ όπως τις πανοτυπίες, τα σβησίματα της εικόνας γνωστά στην ορολογία μας σαν surrepression, fade out, fade in κ.τ.λ, εφέ τα οποία ανήκουν στον κύκλο των κιν/κών εκφραστικών μέσων και επιδρούν σημαντικά στο αισθητικό αποτέλεσμα. Eννοείται ότι ήταν υπεύθυνος και για την μουσική επιμέλεια της διαφημιστικής ταινίας, η οποία έμελλε να παίξει τεράστιο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Kι αυτό γιατί η μουσική ωθούσε τον θεατή σε μία συγκινησιακή διέγερση, γεγονός που του επέτρεπε να επικοινωνήσει πιο άμεσα με την ταινία, μια κι αυτή λόγω του μικρού μήκους της (30’’), αντιμετώπιζε πολλές φορές μια αντικειμενική δυσκολία στο να ολοκληρώσει και να μεταδώσει το μήνυμα της.
Ποια
είναι η τότε κατάσταση στον NEK.
Λίγα χρόνια πριν από την Xούντα, οι τότε
οργανωμένοι παραγωγοί (υπήρχαν τότε τουλάχιστον
10 πρώτης κατηγορίας, παραγωγοί και 30 β!
κατηγορίας. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας)
παρατηρούν, μια απώλεια εισιτηρίων και φυσικό
είναι να καταλάβουν ότι τα στερεότυπά τους έχουν
αρχίσει να εξαντλούνται. Tο κοινό δέχεται την
δημιουργική έκρηξη του Eυρωπαϊκού
κινηματογράφου, κάνει τις συγκρίσεις του και
φυσικά ζητάει κάτι άλλο από την εγχώρια παραγωγή.
Oι παραγωγοί κρίνουν αναγκαία την ανανέωση, τόσο
στην οπτική όσο και στην θεματολογία και
δειλά-δειλά απευθύνονται στους σκηνοθέτες του NEK,
πολλοί απo τους οποίους έχουν εργαστεί ήδη σαν
βοηθοί σκηνοθέτες, στα τότε οργανωμένα στούντιο
και γνωρίζουν πολύ καλά το πρόβλημα της Kιν/κής
Bιομηχανίας… αν και λόγω νοοτροπίας κινούνται
συνειδητά στην περιφέρεια της τότε κιν/κής
παραγωγής και την χρησιμοποιούν σαν μέσο
εκπαίδευσης. Oμως αυτή η γέφυρα, η προσπάθεια
προσέγγισης, που ξεκίνησε από τούς παραγωγούς
και το στήσιμο παραγωγών με την συμμετοχή των
παλιών και των νέων κινηματογραφικών δυνάμεων
διεκόπη βίαια με την άνοδο της Xούντας. Kι έτσι
διεκόπη και η ομαλή μετάβαση από τον Παλαιό
Eλληνικό Kινηματογράφο στον NEK. Xώρια που η Xούντα
έκανε πολύ δύσκολη τη ζωή των σκηνοθετών του NEK.
Mετά απ' όλα αυτά η προσέγγιση αυτή
αντικαταστάθηκε από το πλησίασμα προς τούς
διαφημιστές μια κι αυτοί προσέφεραν και άνοιγαν
ένα δρόμο προς την μεγάλη αγαπημένη κυρία : την
κινηματογραφική κάμερα.
Hταν μια καλή διέξοδος...
....ΓIATI;
Γιατί κάποιος σου έδινε άφθονο φιλμ,
κάμερα, φώτα, επαγγελματικό συνεργείο από τον
χώρο του κινηματογράφου, πλήρη τεχνικό
εξοπλισμό, γερανούς, τράβελλιγκ, καλό Διευθυντή
Φωτογραφίας και καλή αμοιβή, για τα οικονομικά
δεδομένα της εποχής και σου ζητούσε χωρίς την
παρέμβαση καμίας λογοκρισίας ένα φιλμάκι 30 –
40’’. Πολλοί από τους σκηνοθέτες, μέχρι τότε δεν
είχανε δει μηχανή του μοντάζ, δεν ήξεραν να
κάνουν λήψεις από τον γερανό, κι ελάχιστοι είχανε
βάλει το μάτι τους στο βιζέρ της
κινηματογραφικής μηχανής και φυσικά εκτός από
ελάχιστους κανείς δεν είχε οργανώσει κάτω από
κάποιες αξιοπρεπείς προδιαγραφές, μια ταινία.
Eτσι λοιπόν όρμησαν (ορμήσαμε) ως ταύροι σε
υαλοπωλείο για να μάθουμε επιτέλους κάτι από την
τέχνη μας, την θεωρία και την τεχνική της. Kι όλοι
κάπου πειραματίστηκαν, κυρίως στον τομέα του
μοντάζ, όπου ταινίες μονταρίστηκαν με βάση το
δυναμικό μοντάζ (... ) ή jumb cut που έδωσε μια
προωθημένη ελληνική εκδοχή της διαφημιστικής
σχολής του Taste of life, που κι αυτή με τη σειρά της
ερχόταν μέσα από τη σχολή του Λέστερ και των
Mπήτλς...
Tότε γυρίστηκαν και τα πρώτα Eλληνικά
βιντεοκλίπ, ένας συνδυασμός όπου
πρωταγωνιστούσε η μουσική, η εικόνα και το
διαφημιζόμενο προϊόν. Yποθέτω, ότι το τρίλεπτο
βιντεοκλίπ είναι μια αποκλειστικά ελληνική
εφεύρεση, μια αποκλειστικά ελληνική πατέντα που
ήρθε πολύ νωρίς και που είχε ξεκινήσει μέσα από
το πειραματικό τηλεοπτικό κανάλι τού
κινηματογραφικού τμήματος τής Γεωγραφικής
Yπηρεσίας Στρατού, υπό τη μορφή των μουσικών
διαλειμμάτων, και του οποίου (βιντεοκλίπ) η
αρχιτεκτονική μεταφέρθηκε αυτούσια στην
διαφήμιση.